Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Πετάει το λιοντάρι.


Ένα φτερωτό λιοντάρι, με ένα ανοιχτό βιβλίο/ευαγγέλιο παρά πόδας. Αυτό διάλεξαν σαν σύμβολο της Βενετίας. Αφήνω στην άκρη το βιβλίο, για την ώρα, και σκέφτομαι το συμβολισμό ενός λέοντα με φτερά. Το λιοντάρι από μόνο του είναι σύμβολο εξουσίας, δύναμης και επιβολής. Αν του βάλεις και φτερά τι γίνεται άραγε; Δεν είναι η απόλυτη υπεροψία; Η απόλυτη υπερβολή και επίδειξη δύναμης; Άμα το βάλεις να κρατάει και το ευαγγέλιο, δηλαδή έχει και «το θεό βοήθεια», ποιος τολμάει να τα βάλει μαζί του; Υπάρχουν βέβαια θεωρίες, που λένε πως δεν είναι ευαγγέλιο, αλλά το βιβλίο των νόμων. Και πάλι, ένα φτερωτό λιοντάρι που ξέρει τους νόμους, δεν φαντάζει εύκολος αντίπαλος.

Δεν ξέρω αν μας επηρεάζουν τα σύμβολα πιο πολύ απ’ ό,τι τα διαλέγουμε εμείς για να μας χαρακτηρίσουν. Οι ιστορίες λένε πως οι κάτοικοι της Βενετίας, αλλά βάσικα οι έμποροι της Βενετίας, όταν άρχισαν να αναδεικνύονται σαν δύναμη της περιοχής, έψαχναν έναν τρόπο να εδραιώσουν την θέση τους, στην κούρσα για τη δυνατότερη ιταλική πόλη, μετά τη Ρώμη και ιδιαίτερα, απέναντι στο αντίπαλο δέος της Βόρειας Ιταλίας, την Γένοβα. Και πώς αλλιώς να ενισχύσεις το προφίλ σου, πρώιμος Μεσαίωνας γαρ, παρά φιλοξενώντας τη σωρό ενός εξέχοντος μέλους της χριστιανικής παράδοσης; Η Ρώμη καπάρωσε τον Πέτρο, όμως οι Βενετσιάνοι σκέφτηκαν ότι μπορούσαν να τα καταφέρουν καλύτερα. Ένας από τους τέσσερις ευαγγελιστές μπορούσε να γίνει δικός τους. Πήγαν, λοιπόν, με τον ιερό αυτό σκοπό στην Αίγυπτο, βρήκαν τη σωρό του Μάρκου, την κάλυψαν με χοιρινό λίπος, ώστε να εμποδίσουν τους μουσουλμάνους να την αγγίξουν και το σωτήριον 828 μ.Χ., επέστρεψαν θριαμβευτές στην «Γαληνοτάτη».

Κι από τότε η Serenisima Republica Veneta, μόνο καυχιέται. Για την ομορφιά της, την μοναδικότητά της, την υπεροχή της, τον ρομαντισμό της, τα κανάλια, τα παλάτια, τις γέφυρές και τον ευαγγελιστή της. Είναι στ’ αλήθεια υπερβολικά όμορφη η Βενετία. Και μοναδική. Αν την καλοκοιτάξεις όμως, μοιάζει με πόρνη πολυτελείας. Σαν ακριβοπληρωμένο, πανέμορφο μοντέλο, που σου επιτρέπει, αν έχεις γεμάτη τσέπη, να γευτείς την ομορφιά της.

Βλέποντας τα κτίρια στην Piazza San Marco και τα αρχοντικά στο Grand Canal σκέφτομαι πως, αν αυτή είναι μια από τις γενέτειρες του καπιταλισμού, η τόση ομορφιά της, δεν μπορεί να είναι ασύνδετη με την παντοδυναμία και μακροημέρευση του οικονομικού αυτού τερατουργήματος. Ένα σύστημα με τόσο σκληρό κι αμίληκτο πυρήνα, χρειάζεται μια τέτοια ομορφιά για να πλασαριστεί.

Και προχωρώντας στη σκέψη, είναι άραγε ένα από τα στοιχεία της επιτυχίας του καπιταλισμού, αυτή η επένδυση στην ομορφιά; Κι ακόμη, τι είναι εκείνο που έκανε τους πρώτους καπιταλιστές, τους έμπορους και τους τραπεζίτες της Ιταλίας, να επενδύουν στην τέχνη και στην καλαισθησία;

Σ’ αυτή την πόλη δεν υπάρχουν προβλήματα. Είναι ένας ού τόπος. Χωρίς άστεγους, χωρίς μετανάστες, χωρίς επαίτες. Χωρίς πόνο, χωρίς φτώχεια. Χωρίς παιδιά των φαναριών, αφού δεν έχει καν φανάρια, ούτε αυτοκίνητα, ούτε μποτιλιάρισμα, ούτε μόλυνση. Μόνο ωραία τοπία, το ένα μετά το άλλο, μοναδικά και ανεπανάληπτα σημεία, στημένα σκηνικά για την τέλεια φωτογραφία. Είναι σαν όλα τα προβλήματα να κύλησαν μακριά, μέσα στα θολά νερά των άπειρων καναλιών της.

Τα θολά νερά όμως, πάντα κάτι κρύβουν. Έτσι και στη Βενετία, ο τουρίστας που θα μείνει στην επιφανεια, πάνω από τα θολά νερά της Laguna, θα δει μια πόλη παραμυθένιας ομορφιάς και μηδενικής ανέχειας. Εκείνος που θα ψάξει λίγο παραπάνω, μπορεί να βρει τα δύο της πανεπιστήμια και τις ατμοσφαιρικές φοιτητικές περιοχές της, μακριά από τις ορδές με το τουριστομάνι, εκεί που θα πιει το καπουτσίνο του ανάμεσα σε ντόπιους.

Ο άλλος, ο πειραγμένος τουρίστας, θα ψάξει για «κίνημα» στη Βενετία. Πολλοί θα γελάσουν μαζί του, αλλά αυτός θα δικαιωθεί. Στ’ αλήθεια, τα θολά νερά κρύβουν ένα διαμαντάκι. Στη Βενετία σήμερα υπάρχουν τρία κατειλημμένα κοινωνικά κέντρα. Παλαιότερο και πιο δυναμικό το Laboratorioccupato Morion. Στεγάζεται σε ένα υπέροχο κτίριο, το οποίο στο παρελθόν ήταν αρχικά εγκαταλελειμμένο και αργότερα κατάληψη αστέγων. Τα παιδιά του Morion βρίσκονται εκεί ήδη από το 2001. Εντός της κατάληψης έχουν στήσει ένα πολύ ενημερωμένο βιβλιοδισκοπωλείο, ενώ κάθε εβδομάδα κάνουν εκδηλώσεις και πολυ επιτυχημένα πάρτυ. Ο χώρος είναι διακοσμημένος, φυσικά, με αφίσες πολιτικού περιεχομένου και οι δράσεις τους επικεντρώνονται κυρίως στο μεταναστευτικό/ προσφυγικό ζήτημα και στο στεγαστικό πρόβλημα. Η επιτυχία του Morion, όπως μου λέει ο Τ. οφείλεται στη σχέση που έχει αναπτύξει η κατάληψη με τη γειτονιά. Το ίδιο το κτίριο έχει κοινωνική ιστορία και συμβολισμό για την περιοχή. Στο παρελθόν ήταν εγκαταλελειμμένο για πολλά χρόνια, πριν γίνει κατάληψη στέγης και τώρα κοινωνικό κέντρο. Σήμερα η κατάληψη είναι εξωστρεφής και ανοιχτή στο κοινό. Γίνονται συνεχώς εκδηλώσεις και δράσεις που αφορούν τους κατοίκους και τα παιδιά της γειτονιάς.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA
foto: khalida

Η βασική μου απορία είναι η σχέση τους με την αστυνομία. Ο Τ. μου εξηγεί ότι στη Βενετία, όπως και σε όλες τις διατηρητέες πόλεις, οι καταλήψεις έχουν ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα. Η αστυνομία δεν μπορεί να πραγματοποιήσει επιχειρήσεις εκκένωσης, λόγω της παλαιότητας των κτιρίων. Επιπλέον τα στενά σοκάκια της Βενετίας, καθιστούν αδύνατο τον αιφνιδιασμό και τη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού αστυνομικών, όπως και τη χρήση οποιουδήποτε οχήματος. Πέραν αυτών, η γειτονιά είναι πλήρως αλληλέγγυα στην κατάληψη και την υπερασπίζεται όποτε αυτή στοχοποιείται από την αστυνομία.

Χρειάζεται όμως η Βενετία ένα κατειλημμένο κέντρο; Έχει η Βενετία προβλήματα; Το βασικότερο πρόβλημα της πόλης είναι η έλλειψη στέγης. Στην Ελλάδα βλέπεις, το λύσαμε αυτό δίνοντας αντιπαροχή μέχρι και τους καμπινέδες και τώρα έχει ο κάθε Έλληνας το δικό του σπιτάκι και οι πόλεις μας το μαύρο τους το χάλι. Οι Βεντσιάνοι όμως που δεν τη σκέφτηκαν αυτή τη λύση, μετέτρεψαν ολόκληρη την πόλη τους σε ένα εκθαμβωτικό αξιοθέατο. Άμεση συνέπεια αυτού, ήταν η εκτίναξη των τιμών των ακινήτων. Ο ντόπιος πληθυσμός έχει από χρόνια μετακινηθεί στα προάστια πέρα από τη γέφυρα, στο Mestre και στη Marghera, και πάνω στο νησί της Βενετίας μένουν πια 60,000 άνθρωποι. Είναι άλλωστε χαρακτηριστική η εικόνα ερήμωσης που παρουσιάζει η πόλη μόλις πέσει το σκοτάδι. Αυτή τη στιγμή, πάνω στο νησί της Βενετίας διατηρούνται 60 καταλήψεις στέγης στις οποίες μένουν άτομα και οικογένειες. Η παλαιότερη είναι ήδη 10 ετών, όπως μου λένε τα παιδιά του Morion, με περηφάνεια. Υπάρχει όμως ένα στοιχείο το οποίο μου τονίζουν ιδιαίτερα. «Φροντίζουμε οι καταλήψεις να μην γίνονται κέντρα διακίνησης ναρκωτικών. Πριν επέμβει η αστυνομία, έχουμε επέμβει εμείς, οπότε δεν τους δίνουμε τη δυνατότητα να μας στοχοποιήσουν». Μ’ αυτό τον τρόπο διατηρούν και την αλληλεγγύη της γειτονιάς.

Οι άλλες δύο καταλήψεις είναι η L.i.S.C. και η S.a.L.E. Docks, οι οποίες επικεντρώνονται κυρίως σε καλλιτεχνικές δράσεις, εκθέσεις, μαθήματα αυτομόρφωσης, διατήρηση αναγνωστηρίου και βιβλιοθήκης. Όλες οι καταλήψεις της Βενετίας βρίσκονται σε συνεχή εσωτερική επικοινωνία και συντονισμό μεταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει, όπως μου λένε, και με τα περισσότερα κατειλημμένα κέντρα της Ιταλίας. Πραγματοποιούν καθιερωμένες συνελεύσεις μέσω skype για τον συντονισμό των δράσεών τους.

foto από εδώ
foto από εδώ

Μία από τις πιο προβεβλημένες και επιτυχημένες δράσεις τους πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Ιούνιο, σε συνεργασία με τους συντρόφους τους από το Μιλάνο. Το όνομα της επιχείρησης: “No borders train”. Όπως μου λέει η S. σκοπός της επιχείρησης ήταν να συνοδεύσουν 60 πρόσφυγες από την Ιταλία στην Ελβετία, με σκοπό να υποβάλουν εκεί αίτημα ασύλου, βοηθώντας τους να αποφύγουν τους λαθρέμπορους και τους επικίνδυνους δρόμους μετανάστευσης. Συγκέντρωσαν λοιπόν, 180 αλληλέγγυους, έκαναν πολλά πάρτυ και γεύματα ενίσχυσης της δράσης και τελικά αγόρασαν 180+60 εισιτήρια ενός τραίνου με προορισμό την Ελβετία. Η αστυνομία τους καθυστέρησε στην επιβίβαση, τους καθυστέρησε στην αποβίβαση, αλλά δεν μπορούσε να τους αρνηθεί να ταξιδέψουν. Την αιφνιδίασαν. Είχαν άλλωστε όλοι νόμιμα εισιτήρια και οι αλληλέγγυοι ήταν τριπλάσιοι από τους πρόσφυγες. Το σχέδιο ήταν καλοστημένο. Στην Ελβετία, τους κράτησαν 5 ώρες στο σταθμό, οι αλληλέγγυοι με τους πρόσφυγες όμως, είχαν έτοιμα τα αίτήματα ασύλου και τα παρέδωσαν αμέσως στους αστυνομικούς, με αποτέλεσμα οι πρόσφυγες να μην μπορούν πια να απελαθούν, λόγω της ιδιότητας τους ως αιτούντες άσυλο. Η αποστολή στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Μια επίθεση εκ των έσω στην «Ευρώπη Φρούριο».

Αυτή την εποχή, ο κόσμος των κατειλημμένων κέντρων της Βενετίας επικεντρώνεται σε καταλήψεις δημόσιων κτιρίων και κινητοποιήσεις, ενάντια στην απλήρωτη εργασία των νέων, στις εκθέσεις Expo 2015 Milano, Expo Venice, AQUAE 2015. «Είμαστε φοιτητές, έχουμε προσόντα, δεν είμαστε σκλάβοι, δεν δουλεύουμε δωρεάν», «Αν είναι δωρεάν, δεν είναι δουλειά» είναι μερικές από τις φράσεις που χρησιμοποιούν, ενώ το hashtag τους τα λέει όλα: #‎illavorosipagabastardi. (#ηεργασίαπληρώνεταιμπάσταρδοι).

foto από εδώ
foto από εδώ

Η συζήτηση με τα παιδιά του Morion έβγαλε κι άλλα πολύ ενδιαφέροντα. Αν πρέπει να σταθώ σε ένα από αυτά, είναι η οργάνωση και η προετοιμασία πριν από τις πορείες. Όπως μου λέει ο Ε. η προετοιμασία αρχίζει μέρες πριν. Όλα τα εφόδια μεταφέρονται σταδιακά στο σημείο της «μάχης». «Δεν κουβαλάμε τίποτα επάνω μας, πέρα από το foul face και το κράνος. Φοράμε μόνο μαύρα ρούχα, χωρίς καθόλου διακριτικά. Ακόμη και τα παπούτσια, τα καλύπτουμε με ταινία, στα σημεία που μπορεί να έχουν χρώμα. Κάτω από τα ρούχα φοράμε ένα προστατευτικό στρώμα από ειδικό αφρολέξ, ώστε να μην τραυματιστούμε σε περίπτωση πτώσης ή αν μας χτυπήσουν με γκλόμπ. Πριν αρχίσουν οι «μάχες», κάποιος ανάβει ένα κόκκινο καπνογόνο, ώστε να χαθεί η ορατότητα. Μέχρι να φύγει ο κάπνος, έχουμε φορέσει τα foul face και τα κράνη και έχουμε παρατάξει τις ασπίδες μπροστά. Πάντα έχουμε ασπίδες, που καλύπτουν συνήθως δύο ή τρία άτομα μαζί. Είναι πολύ σημαντικές γιατί έτσι προστατευόμαστε από τους τραυματισμούς και τις συλλήψεις και προστατεύουμε την υπόλοιπη πορεία. Οι μπροστινοί κρατάνε τις ασπίδες και οι πίσω «ρίχνουν». Αν θες να επιτεθείς, πρέπει να προστατεύσεις και τον κόσμο σου. Όχι να βγαίνεις, να ρίχνεις και να γυρνάς μέσα στο πλήθος, εκθέτοντας όλους τους άλλους σε κίνδυνο σύλληψης και ξυλοδαρμού. Είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί, να αποφεύγουμε τις συλλήψεις, κι αν μας πιάσουν να το ξέρουν οι σύντροφοί μας. Είναι πολύ σκληρή η αστυνομία. Δεν ξέρεις πόσοι «τυχαίοι» θάνατοι έχουν συμβεί σε αστυνομικά τμήματα».

Οι εικόνες από τις συλλήψεις και το ξύλο στο σωρό, στις τελευταίες πορείες στην Αθήνα, μου έρχονται αναπόφευκτα στο μυαλό. Πόσο απροστάτευτο γυρνάει εκεί έξω, στο δρόμο, το ελληνικό κίνημα; Η περιφρούρηση μιας πορείας δε θα έπρεπε να είναι μόνο ζήτημα του ΚΚΕ. Ως πότε θα πηγαίνουμε στις πορείες σαν πρόβατα επί σφαγή; Έχουμε άραγε να διδαχθούμε από τα κινήματα των γειτονικών χωρών, που έχουν δοκιμάσει εναλλακτικές πρακτικές στην πράξη; Οι αναλογίες δεν είναι εύκολες, φυσικά, αλλά η χαρά της ανακάλυψης νέων τρόπων αντίστασης, είναι πηγαία. Πόσο μάλλον όταν οι ανακαλύψεις γίνονται στο τελευταίο μέρος που θα περίμενες, δίπλα σε ένα βενετσιάνικο κανάλι την ώρα του πιο όμορφου ηλιοβασιλέματος που έχουν δει τα μάτια σου.
A rivederci compagni!

Το άρθρο είναι της khalida και βρίσκεται εδώ.

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Μιά δασκάλα ... και ο θάνατος του «Δεν Μπορώ».

Η τέταρτη τάξη της Ντόνα έμοιαζε με πολλές άλλες τάξεις που είχα δει στο παρελθόν. Οι μαθητές κάθονταν σε πέντε σειρές θρανίων, με έξι θρανία κάθε σειρά. Η έδρα του δασκάλου ήταν μπροστά κι έβλεπε προς τους μαθητές. Στον πίνακα ανακοινώσεων ήταν γραμμένη η μαθητική εργασία. Από πολλές απόψεις φαινόταν ένα συνηθισμένο, παραδοσιακό δημοτικό σχολείο. 

Ωστόσο, κάτι έδειχνε διαφορετικό εκείνη τη μέρα που μπήκα μέσα για πρώτη φορά. Κάποια έξαψη φαινόταν να υποβόσκει. 

Η Ντόνα ήταν παλιά δασκάλα σε μια μικρή πόλη του Μίτσιγκαν και συμμετείχε εθελοντικά στο πανεθνικό πρόγραμμα επιμόρφωσης του προσωπικού που είχα ξεκινήσει και προωθήσει εγώ ο ίδιος. Η σχετική εκπαίδευση επικεντρωνόταν σε θέματα γλωσσικής έκφρασης που θα έκαναν τους μαθητές να νιώθουν ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους και ν’ αναλαμβάνουν την ευθύνη της ζωής τους. Η δουλειά της Ντόνα ήταν να παρευρίσκεται στα μαθήματα και να εποπτεύει την εφαρμογή των όσων διδάσκονταν. Η δική μου δουλειά ήταν να επισκέπτομαι τις τάξεις και να ενθαρρύνω την εφαρμογή.

Κάθισα σε μια άδεια θέση στο πίσω μέρος της τάξης και παρακολουθούσα. Τα παιδιά προσπαθούσαν να κάνουν αυτό που τους είχε ανατεθεί, να συμπληρώσουν μια σελίδα τετραδίου με διάφορες σκέψεις και ιδέες. 

Η δεκάχρονη μαθήτρια που βρισκόταν δίπλα μου, γέμιζε τη σελίδα της με τη φράση «Δεν Μπορώ».

«Δεν μπορώ να κλοτσήσω ψηλά την μπάλα του ποδοσφαίρου».
«Δεν μπορώ να κάνω διαίρεση με μεγαλύτερους από τριψήφιους αριθμούς».
«Δεν μπορώ να κερδίσω τη συμπάθεια της Ντέμπι». 

Η σελίδα της είχε γεμίσει κατά το ήμισυ και δεν έδειχνε πρόθεση να σταματήσει. Συνέχιζε να γράφει με αποφασιστικότητα και επιμονή.

Περπάτησα κατά μήκος του διαδρόμου, ρίχνοντας ματιές στα γραφόμενα των μαθητών. Έγραφαν όλοι προτάσεις που αναφέρονταν σε πράγματα που δεν μπορούσαν να κάνουν. 

«Δεν μπορώ να κάνω δέκα κάμψεις ».
«Δεν μπορώ να βάλω καλάθι από την αριστερή άκρη του γηπέδου».
«Δεν μπορώ να φάω μόνο ένα μπισκότο». 

Η όλη ιστορία μου άναψε την περιέργεια κι έτσι αποφάσισα να ρωτήσω τη δασκάλα τι συνέβαινε. Όταν την πλησίασα, είδα πως κι αυτή ήταν απασχολημένη γράφοντας κάτι. Θεώρησα καλό να μην τη διακόψω. 

«Δεν μπορώ να πείσω τη μητέρα του Τζον να παρευρεθεί στη συνεδρίαση των δασκάλων».
«Δεν μπορώ να πείσω την κόρη μου να βάζει βενζίνη στο αυτοκίνητο».
«Δεν μπορώ να πείσω τον Άλαν να χρησιμοποιεί λόγια κι όχι τις γροθιές του». 

Αφού ματαιώθηκε η προσπάθεια μου να μάθω γιατί οι μαθητές και η δασκάλα ασχολούνταν με την αρνητική φράση “Δεν Μπορώ” κι όχι με τη θετική “Μπορώ”, γύρισα στη θέση μου και συνέχισα να παρατηρώ και να περιμένω. Οι μαθητές έγραφαν για αλλά δέκα λεπτά. 

Mερικοί γέμισαν μια σελίδα και σταμάτησαν. Άλλοι άρχισαν να γράφουν σε δεύτερη.
«Συμπληρώστε την πρόταση που γράφετε και σταματήστε», ήταν η εντολή που έδωσε η Ντόνα για να δηλώσει το τέλος της συγκεκριμένης εργασίας. Μετά, τους είπε να διπλώσουν τις κόλλες τους στη μέση και να τις φέρουν στην έδρα. Όταν οι μαθητές έφτασαν στην έδρα, έβαλαν τις προτάσεις τους με τα “Δεν Μπορώ” σ’ ένα άδειο κουτί παπουτσιών.

‘Οταν τελείωσαν όλα τα γραπτά των μαθητών, η Ντόνα έβαλε και το δικό της. Έκλεισε το κουτί με το καπάκι του, το έβαλε κάτω από τη μασχάλη της και βγαίνοντας από την αίθουσα άρχισε να προχωρεί στο διάδρομο. Οι μαθητές ακολούθησαν τη δασκάλα τους κι εγώ ακολούθησα τους μαθητές.

Στα μισά του διαδρόμου, η πομπή σταμάτησε. Η Ντόνα μπήκε στο δωμάτιο του φύλακα, έψαξε εκεί λίγη ώρα και μετά βγήκε μ’ ένα φτυάρι. Με το φτυάρι στο ένα χέρι και το κουτί των παπουτσιών στο άλλο, οδήγησε τους μαθητές έξω από το σχολείο και τους πήγε στην πιο απόμακρη γωνία της αυλής.

Εκεί άρχισαν να σκάβουν.
Επρόκειτο να θάψουν τα “Δεν Μπορώ” τους. Το σκάψιμο πήρε πάνω από δέκα λεπτά, γιατί οι περισσότεροι από τους μαθητές ήθελαν να σκάψουν κι αυτοί. ‘Οταν ο λάκκος κόντευε να φτάσει το ένα μέτρο βάθος, το σκάψιμο σταμάτησε. Το κουτί με τα “Δεν Μπορώ”, τοποθετήθηκε στο βάθος του λάκκου και σκεπάστηκε γρήγορα με χώμα.
Τριάντα ένα δεκάχρονα και εντεκάχρονα παιδιά στάθηκαν γύρω από τον φρεσκοσκαμμένο τάφο. Το καθένα απ’ αυτά είχε τουλάχιστον μια σελίδα με “Δεν Μπορώ” στο κουτί που ήταν θαμμένο σ’ ένα μέτρο βάθος. Το ίδιο και η δασκάλα τους.

Εκείνη τη στιγμή η Ντόνα είπε: «Αγόρια και κορίτσια, παρακαλώ πιαστείτε χέρι χέρι και υποκλιθείτε». Οι μαθητές υπάκουσαν. Σχημάτισαν αμέσως έναν κύκλο γύρω από τον τάφο με τα χέρια τους ενωμένα. Χαμήλωσαν τα κεφάλια και περίμεναν. Η Ντόνα άρχισε να λέει τον επικήδειο.

«Αγαπητοί φίλοι, συγκεντρωθήκαμε όλοι εδώ σήμερα για να τιμήσουμε τη μνήμη του “Δεν Μπορώ”. Όσο βρισκόταν μαζί μας πάνω στη γη άγγιξε τη ζωή του καθενός μας, μερικών πιο πολύ απ’ ότι άλλων. Το όνομα του, δυστυχώς, έχει αναφερθεί σε κάθε δημόσιο κτίριο —σε σχολεία, σε δημαρχεία, στις αίθουσες της Βουλής και, ναι, ακόμα και στο Προεδρικό Μέγαρο.

»Δώσαμε στο “Δεν Μπορώ” ένα τελευταίο τόπο ανάπαυσης και μια ταφόπετρα με επιτύμβια επιγραφή. Μένουν ζωντανά τ’ αδέρφια του: “Μπορώ”, “Θα το κάνω”, και “Ξεκινώ τώρα αμέσως”. Δεν είναι τόσο πολύ γνωστά, όσο το διάσημο αδέρφι τους και σίγουρα δεν είναι ακόμα τόσο δυνατά και ρωμαλέα. Ίσως κάποια μέρα, με τη δική σας βοήθεια, να ασκήσουν μεγαλύτερη επίδραση στον κόσμο. Ας αναπαυτεί το “Δεν Μπορώ” εν ειρήνη και όλοι οι παρόντες ας συνεχίσουν τη ζωή τους, τραβώντας μπροστά χωρίς αυτό. Αμήν».

Καθώς παρακολουθούσα τον επικήδειο, σκεφτόμουν ότι αυτά τα παιδιά δε θα ξεχνούσαν ποτέ αυτήν τη μέρα. Η ενέργεια ήταν συμβολική, μια μεταφορά από τη ζωή. Ήταν μια εμπειρία που θα έμενε στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο τους για πάντα.

Η καταγραφή ενός αριθμού “Δεν Μπορώ”, η ταφή και ο επικήδειος ήταν σπουδαία ενέργεια από μέρους της δασκάλας. Και δεν τελείωσε ακόμα. Με το τέλος του επικήδειου πήγε τους μαθητές πίσω στην τάξη όπου είχαν γιορτή. 

Γιόρτασαν το θάνατο του “Δεν Μπορώ” με μπισκότα, ποπκόρν και χυμούς φρούτων. Ως μέρος της τελετουργίας, η Ντόνα έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί, απ’ αυτό που χρησιμοποιούν οι κρεοπώλες και το χρησιμοποίησε σαν ταφόπετρα. Έγραψε πάνω πάνω “Δεν Μπορώ” και στη μέση “Αναπαύσου Eν ειρήνη”. Μετά, πρόσθεσε την ημερομηνία στο κάτω μέρος. 

Η χάρτινη ταφόπετρα έμεινε κρεμασμένη στην τάξη της Ντόνα μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς. Στις σπάνιες περιπτώσεις που ένας μαθητής ξεχνούσε κι έλεγε: “Δεν Μπορώ”, η Ντόνα απλά έδειχνε το “Δεν Μπορώ” στη “χάρτινη ταφόπετρα”. Τότε ο μαθητής θυμόταν πως το “Δεν Μπορώ” είχε πεθάνει κι άλλαζε διατύπωση της πρότασης του. 

Δεν ήμουν ένας από τους μαθητές της Ντόνα. Αυτή ήταν μαθήτρια μου. Εκείνη τη μέρα όμως, πήρα απ’ αυτήν ένα μάθημα που δε θα το ξεχάσω ποτέ. 

Τώρα, χρόνια μετά, κάθε φορά που ακούω τη φράση “Δεν μπορώ”, έρχεται στο νου μου εκείνη η κηδεία που έκαναν οι μαθητές της τετάρτης δημοτικού. Όπως και οι μαθητές, έτσι κι εγώ, θυμάμαι πως το “Δεν μπορώ” είναι νεκρό. 

Chick Moorman
Απόσπασμα από το μπεστ σέλερ  “Βάλσαμο για την ψυχή” Εκδόσεις Διόπτρα – enallaktikidrasi.com

Το κείμενο βρίσκεται εδώ.