Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Provo: Ένα Ολλανδικό Κίνημα των 60’s.

Μια παρέα καλλιτεχνών και διανοούμενων τα έβαζε με έναν ιδιαίτερα έξυπνο τρόπο με τις αρχές.

 ProvoIsUit (1)

Το κίνημα Provo πρωτοεμφανίστηκε στο Άμστερνταμ το 1964, ταράζοντας την ηρεμία και τον καθωσπρεπισμό των κατοίκων της πόλης. Μια παρέα καλλιτεχνών, διανοούμενων και street punks με ουτοπικές ιδέες και ανατρεπτικές διαθέσεις βάλθηκε, με δράσεις που είχαν μορφή παιχνιδιού, να ξεμπροστιάσει τον καταπιεστικό χαρακτήρα των αρχών. Το κίνημα πήρε το όνομά του από την ολλανδική λέξη «provoceren», που σημαίνει να προκαλείς. Οι Provos, όπως αποκαλούνταν τα μέλη του, συνδύαζαν τη μη-βία με το παράλογο χιούμορ για να εξωθήσουν τις αρχές, και κυρίως την αστυνομία, σε υπερβολικές και βίαιες αντιδράσεις, που θα τις εξέθεταν και θα τις γελοιοποιούσαν. Το Provo βρήκε έδαφος καταρχήν στην υποκουλτούρα των Nozems, στιλάτων νέων που κυκλοφορούσαν με μοτοποδήλατα και περνούσαν την ώρα τους προκαλώντας την αστυνομία. Σε αντίθεση όμως με τους Nozems, το Provo είχε συγκεκριμένους ιδρυτές, τον Robert Jasper Grootveld, καλλιτέχνη και ακτιβιστή, και τους Roel van Duijn και Rob Stolk, αναρχικούς.

Ο Robert Jasper Grootveld ήταν ένας εκκεντρικός καλλιτέχνης του δρόμου, που ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 προσέλκυε μεγάλα πλήθη με παραστάσεις σε πλατείες του Άμστερνταμ. Αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης ομάδας νέων καλλιτεχνών που πειραματίζονταν με διάφορους τρόπους «διεύρυνσης της συνείδησης» μέσα από την τέχνη και τα ναρκωτικά. Γύρω από αυτούς του hipsters της εποχής, οι οποίοι άκουγαν jazz μουσική και επισκέπτονταν εκθέσεις έργων τέχνης, αναπτύχθηκε μια σκηνή happenings με βασικό χαρακτηριστικό τον αυτοσχεδιασμό. Ο Grootveld έγινε, λοιπόν, γνωστός ως performer αλλά και ως ακτιβιστής ενάντια στις μεγάλες καπνοβιομηχανίες.

Στον πυρήνα της φιλοσοφίας του ήταν η πεποίθηση του ότι οι μάζες είχαν υποστεί πλύση εγκεφάλου και είχαν μετατραπεί σε ένα κοπάδι από εξαρτημένους καταναλωτές, με χειρότερη των εξαρτήσεών τους το κάπνισμα. Στρεφόμενος ενάντια σε αυτό που αποκαλούσε «Nico-Mafia» ξεκίνησε να γράφει την λέξη «καρκίνος» με πίσσα πάνω στις αφίσες με διαφημίσεις προϊόντων καπνού σε ολόκληρη την πόλη του Άμστερνταμ, πράξη για την οποία συνελήφθη και φυλακίστηκε. Στη συνέχεια άρχισε να διοργανώνει εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις σε ένα στούντιο που ονόμασε «Αντικαπνιστικό Ναό», ανακηρύσσοντας τον εαυτό του «Αντικαπνιστή Αρχιμάγο». 

Απογοητευμένος από την μικρή μιντιακή κάλυψη των παραστάσεών του, αποφάσισε να καταφύγει σε μια εντυπωσιακή κίνηση. Κατά τη διάρκεια μιας παράστασης έβαλε φωτιά στον «Αντικαπνιστικό ναό», μπροστά σε ένα κατάπληκτο κοινό καλλιτεχνών, μποέμ και δημοσιογράφων, και γλύτωσε από τη φωτιά μόνο χάρη στην επέμβαση της αστυνομίας!

da
Από το 1964, τα happenings του Groonvelt μεταφέρθηκαν στην πλατεία Spui στο Άμστερνταμ, όπου κάθε Σαββατόβραδο, τα μεσάνυχτα, συνέρρεε ένα όλο και μεγαλύτερο πλήθος καλλιτεχνών, διανοούμενων, και περιθωριακών νέων. Εκεί, μια νύχτα του Μαΐου του 1965, ο Roel van Duijn μοίρασε για πρώτη φορά την προκήρυξη που ανακοίνωνε την γέννηση του κινήματος Provo και δήλωνε ότι το Provo «οφείλει να επιλέξει ανάμεσα στην απελπισμένη αντίσταση και στην υπακοή και εξαφάνιση.


Το Provo καλεί σε αντίσταση οποτεδήποτε αυτό είναι δυνατό. Το Provo συνειδητοποιεί ότι τελικά θα χάσει, αλλά δεν μπορεί να προσπεράσει την ευκαιρία να κάνει τουλάχιστον μία ακόμη ειλικρινή προσπάθεια να προκαλέσει την κοινωνία». Ο Roel van Duijn, φοιτητής φιλοσοφίας στο University of Amsterdam, και εμπνεόμενος από τον αναρχισμό, τον Ντανταϊσμό, τον Γερμανό φιλόσοφο Herbert Marcuse και τον De Sade, αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη για την έκδοση του περιοδικού Provo, το πρώτο τεύχος του οποίου εμφανίστηκε τον Ιούλιο του 1965 και περιείχε συνταγές του 19ου αιώνα για αυτοσχέδιες βόμβες και εκρηκτικά.


(Provo)κάροντας τις αρχές

Για τα μέλη των Provos, οι αστυνομικοί αποτελούσαν μη-δημιουργικά στοιχεία, απαραίτητα για ένα επιτυχημένο happening. Ένα συνηθισμένο παιχνίδι για τον Grootveld και την παρέα του ήταν το «Marihuettegame», που στόχευε μέσω της παραπληροφόρησης να καταδείξει την παντελή άγνοια των αρχών σχετικά με την χρήση κάνναβης. Συγκεκριμένα, τα μέλη των Provos έβρισκαν πρωτότυπους τρόπους να παγιδεύουν την αστυνομία ώστε να τους συλλαμβάνει επ’αυτοφώρω για χρήση διαφόρων νόμιμων ουσιών όπως τσάι, άχυρο, γατοτροφή, μπαχαρικά και βότανα. Μάλιστα, τα μέλη των Provos συχνά κατέδιδαν τον εαυτό τους στην αστυνομία. Ο ίδιος ο Grootveld διηγείται ένα περιστατικό κατά το οποίο η αστυνομία και οι τελωνιακοί, με τους δημοσιογράφους να καταγράφουν την είδηση, τους σταμάτησαν για έλεγχο στα σύνορα με το Βέλγιο, για να βρουν μετά από εξονυχιστική έρευνα ότι είχαν πάνω τους μόνο σκυλοτροφή και κάποια νόμιμα βότανα. Οι εφημερίδες την επόμενη μέρα αστειεύονταν γράφοντας «Η μαριχουάνα είναι σκυλοτροφή».


Η τακτική της πρόκλησης των αρχών με ευφάνταστους τρόπους, με στόχο να γελοιοποιηθούν αντιδρώντας υπερβολικά, βρήκε διάφορες εφαρμογές από το κίνημα των Provos, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση στην οποία αποφάσισαν να στραφούν κατά της μοναρχίας ως πιο ξεκάθαρου συμβόλου του συστήματος. Η κλιμάκωση της αντι-μοναρχικής εκστρατείας των Provos έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 1966, στον γάμο της πριγκίπισσας Βεατρίκης της Ολλανδίας με έναν Γερμανό διπλωμάτη, τον Claus von Amsberg, ο οποίος στο παρελθόν είχε υπάρξει μέλος της ναζιστικής νεολαίας.

Οι Provos ξεκίνησαν την προετοιμασία τους μήνες πριν την τελετή του γάμου, διαδίδοντας εξωφρενικές φήμες για επικείμενες δράσεις τους, ανάμεσα στις οποίες η φήμη ότι θα έριχναν LSD στο σύστημα παροχής νερού της πόλης, ότι θα νάρκωναν τα βασιλικά άλογα, και ότι συνέλεγαν κοπριά για να την απλώσουν στην διαδρομή της παρέλασης. Στην πραγματικότητα, οι Provos δεν είχαν κάποιο συγκεκριμένο πλάνο για την περίσταση, αλλά οι αρχές συγκέντρωσαν 25.000 αστυνομικούς για να φρουρούν την παρέλαση! Την ημέρα του γάμου, οι Provos, ντυμένοι ως ευυπόληπτοι πολίτες, κατάφεραν να περάσουν τον αστυνομικό κλοιό εξοπλισμένοι με βόμβες καπνού, ακίνδυνες μεν, με εντυπωσιακό αποτέλεσμα δε. Με το ξεκίνημα της γαμήλιας πομπής, οι πρώτες βόμβες έσκασαν, γεμίζοντας την πλατεία με σύννεφα καπνού. Η αστυνομία, μπροστά στα τηλεοπτικά συνεργεία που μετέδιδαν την τελετή σε παγκόσμια εμβέλεια, αντέδρασε σπασμωδικά και βίαια, επιτιθέμενη, μέσα στην σύγχυση, και σε παρευρισκόμενους ξένους δημοσιογράφους.
 

Άσπρα Σχέδια

provos-white-bicycle-plan
Η δημιουργικότητα των Provos, όμως, δεν εξαντλούνταν στην διοργάνωση τέτοιων ακτιβισμών. Οι Provos μέσω του περιοδικού και των φυλλαδίων τους πρότειναν τα λεγόμενα Άσπρα Σχέδια, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο λεπτομερή και επεξεργασμένα, με γνώμονα το ενδιαφέρον για το περιβάλλον και την υπεράσπιση του δημόσιου χώρου της πόλης. Το πλέον γνωστό από τα σχέδια αυτά είναι αυτό των Άσπρων Ποδηλάτων, το οποίο πρότεινε την απαγόρευση της κυκλοφορίας των μηχανοκίνητων οχημάτων στο κέντρο της πόλης και την υιοθέτηση του πρώτου συστήματος bike sharing, σύμφωνα με το οποίο ο δήμος θα αγόραζε 20.000 ποδήλατα ετησίως, τα οποία θα αποτελούσαν δημόσια περιουσία και θα χρησιμοποιούνταν ελεύθερα και δωρεάν από τον οποιονδήποτε. Όταν η δημοτική αρχή απέρριψε την πρόταση, οι Provos ξεκίνησαν το εγχείρημα μόνοι τους, με 50 άσπρα ποδήλατα, τα οποία όμως κατάσχεσε η αστυνομία.

Άλλα σχέδια που προτάθηκαν από τους Provo ήταν αυτό της Άσπρης Στέγασης (που πρότεινε την νομιμοποίηση και υποστήριξη των καταλήψεων), το Σχέδιο των Άσπρων Παιδιών (που προέβλεπε την ύπαρξη δωρεάν παιδικών σταθμών), και το περισσότερο χιουμοριστικό Σχέδιο του Άσπρου Κοτόπουλου (που προέκυψε σαν απάντηση στην ένταση της καταστολής, και πρότεινε την αλλαγή της εικόνας της αστυνομίας με τον αφοπλισμό της, την μετακίνησή της με άσπρα ποδήλατα και την δωρεάν χορήγηση εκ μέρους της πρώτων βοηθειών, τηγανητού κοτόπουλου και αντισυλληπτικών!).
 

Μαζικοποίηση του κινήματος και αντιπολεμικές διαδηλώσεις
Ως το 1965 το κίνημα των Provos αποτελούσε πλέον πρώτο θέμα για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κυρίως λόγω του πανικού και των υπερβολικών αντιδράσεων τόσο από την πλευρά της δημοτικής αρχής, όσο και από την πλευρά της αστυνομίας. Παρόλο που η ομάδα δεν ήταν παρά μικρή σε αριθμό, χειριζόμενη τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κατάφερνε να δίνει την εντύπωση ότι είχε χιλιάδες υποστηρικτές. Με την έναρξη των συγκεντρώσεων στα πλαίσια του Σχεδίου των Άσπρων Ποδηλάτων, η αστυνομία αντέδρασε με συλλήψεις μελών των Provo στην πλατεία Spui και με ένταση της καταστολής, που οδήγησε στην μαζικοποίηση των διαδηλώσεων και αρκετές φορές σε ταραχές. Προς τα τέλη του 1965, αριστεροί φοιτητές οργάνωσαν τις πρώτες διαδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ, στις οποίες συμμετείχαν και μέλη των Provo. Το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε στις διαδηλώσεις αυτές που μαζικοποιούνταν συνεχώς και αντιμετωπίζονταν από την πλευρά της αστυνομίας με εκατοντάδες συλλήψεις κάθε εβδομάδα.


Η ένταση με την αστυνομία, όμως, κορυφώθηκε τον Ιούνιο του 1966, μετά τον θάνατο του εργάτη οικοδομών Jan Weggelaar κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης. Η επίσημη εκδοχή απέδωσε τον θάνατό του σε καρδιακή προσβολή, αλλά οι περισσότεροι πίστευαν ότι επρόκειτο για δολοφονία από την αστυνομία. Οι οικοδόμοι κήρυξαν απεργία και μεγάλο πλήθος εργατών, με την υποστήριξη αλληλέγγυων ομάδων μεταξύ των οποίων και μέλη των Provos, συμμετείχε σε διαδηλώσεις που απέκτησαν εξεγερσιακό χαρακτήρα. Οι διαδηλωτές συγκρούονταν με την αστυνομία στους δρόμους του Άμστερνταμ και επιτίθονταν στα γραφεία και τα οχήματα της εφημερίδας “De Telegraaf”, η οποία είχε αποδώσει την δολοφονία του Jan Weggelaar σε συνάδελφό του. Τελικά τον Αύγουστο του 1966 συγκλήθηκε μια επίσημη επιτροπή με στόχο την διερεύνηση της κρίσης, τα πορίσματα της οποίας οδήγησαν στην απόλυση του Αρχηγού της Αστυνομίας. Λίγο αργότερα, παραιτήθηκε και ο δήμαρχος του Άμστερνταμ, κάτω από την πίεση των πορισμάτων της επιτροπής, που στιγμάτιζαν τους χειρισμούς του.

Η αυτό-διάλυση των Provos
Περιέργως οι ιδρυτές του Provo, προχώρησαν στην αυτό-διάλυση του, μέσα σε μια εβδομάδα από την παραίτηση του δημάρχου, τον Μάιο του 1967, δηλώνοντας ότι η ομάδα όφειλε να εξαφανιστεί, καθώς όλοι οι Μεγάλοι Άνδρες που την έκαναν ισχυρή έφυγαν από τις θέσεις τους. Το κίνημα Provo, πάντως, παρά την μικρή διάρκεια της δραστηριοποίησής του, σίγουρα αποτέλεσε ένα μέσο διοχέτευσης και έκφρασης της συσσωρευμένης δυσαρέσκειας και οργής τόσο των καλλιτεχνών και των διανοουμένων, όσο και των νέων, των nozems και των street punks. Κατάφερε επίσης να προβληματίσει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού σχετικά με τον αυταρχικό χαρακτήρα της αστυνομίας και των αρχών. Και, εν τέλει, άφησε μια παρακαταθήκη πρωτότυπων προοδευτικών ιδεών, σχετικά με τον δημόσιο χώρο, την μετακίνηση στην πόλη, την χρήση μαριχουάνας, η επίδραση των οποίων είναι πασιφανής, σήμερα, στην καθημερινότητα της ζωής στο Άμστερνταμ.


Το άρθρο βρίσκεται εδώ.

 

Τι Σημαίνει η Λέξη Χίπστερ.

Ανάμεσα στις πολλές κατηγορίες που συχνά μας απευθύνουν – οι περισσότερες στέκουν, δεν θα το αρνηθώ, άλλο που εμείς τις έχουμε παράσημα – υπάρχει μία που αρθρώνεται πιο συχνά από τις υπόλοιπες: “είστε Χίπστερς”. Μόλις το πρωί της μέρας που γράφεται αυτό το κείμενο, ένας αναγνώστης την επανέλαβε με πάθος, αφού διέγνωσε αυτή μας την πάθηση μέσα απ' την επιλογή να ποστάρουμε στο Facebook ένα αστείο τραγούδι του παλιού ρεμπέτη Κώστα Μπέζου, με μία λεζάντα πλαγίως ειρωνική απέναντι στη μεταφορά της κουλτούρας του ρεμπέτικου στα σύγχρονα αστικά κέντρα.

aa 


Δεν ξέρουμε την ακριβή λογική διεργασία στο μυαλό του αγαπητού αναγνώστη, αλλά μπορούμε να κάνουμε τις εξής δύο υποθέσεις: ή του κακοφάνηκε η ειρωνία απέναντι σε κάτι τέτοιου status όπως το ρεμπέτικο (αν και δε θίξαμε το ρεμπέτικο το ίδιο) ή θεώρησε ότι περιμέναμε να βρούμε ένα βίντεο με “ψαγμένη” στιγμή του ρεμπέτικου προκειμένου να ασχοληθούμε μ' αυτό.

Δεν φταίει ο ίδιος· ο όρος χίπστερ χρησιμοποιείται συνεχώς στην ελληνική αργκό, ιντερνετική και μη, με τη σημασία του να μην είναι επαρκώς καθορισμένη. Συνήθως λέγεται ενάντια σ' αυτόν που ασχολείται με κάτι εκτός του θεσπισμένου mainstream, ειδικά όσον αφορά τη μουσική. Όπως σωστά αναφέρθηκε προς απάντησίν του, το mainstream στη μουσική της Ελλάδας είναι αρκέτα διευρυμένο ώστε να περιλαμβάνει σκυλάδικο, R & B, μέταλ, λίγη house, alt rock και ρεμπέτικο – τα τρία τελευταία κάπως ξώφαλτσα. Οτιδήποτε άλλο είναι καταδικασμένο να είναι “χίπστερ”, όρος που χρησιμοποιείται πάντα με αρνητική σημασία. Λανθασμένα.
Η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε ο όρος ήταν στη δεκαετία του '40 για να περιγράψει λευκούς μεσοαστούς αμερικάνους που γοητεύονταν από τους μαύρους τζαζίστες και υιοθετούσαν τον τρόπο ζωής τους. Το περιεχόμενο της φιγούρας του χίπστερ εκείνη την εποχή, συμπυκνώνεται σε ένα διάσημο κείμενο του Norman Mailer, με τον κομψό τίτλο “The White Negro” και διαβάζοντάς το, θα εντοπίσει κανείς πολλά στοιχεία που υπάρχουν (σε κάποια μορφή τουλάχιστον) στην ταυτότητα του χίπστερ όπως είναι σήμερα. Στην κουλτούρα τους δεν βρίσκουμε μόνο το όνομα για πρώτη φορά, αλλά και την αρχή αυτού που γέννησε τον χίπστερ του σήμερα: την αβίαστη διάχυση ενός πολιτισμικού στοιχείου (μεσοαστοί λευκοί) μέσα στο περιβάλλον ενός άλλου (μαύροι τζαζίστες).

Έκτοτε, ο όρος εξαφανίστηκε για αρκετές δεκαετίες. Έκανε μία πολύ βραχύβια ασήμαντη επανεμφάνιση την εποχή της άνθησης της Brit Pop στις αρχές της δεκαετίας του '90, που δεν στέριωσε. Μέχρι τα τέλη της πρώτης δεκαετίας των '00ς που επανήλθε σέρνοντας μία ολόκληρη παγκόσμια κουλτούρα πίσω του.

Στις ενδιάμεσες δεκαετίες πολλά πράγματα άλλαξαν στην ανθρωπότητα: για μία σειρά λόγων, αυτά που ονομάζουμε χαριτωμένα “μεγάλες αφηγήσεις”, θρησκείες, πολιτικές ιδεολογίες, ευρύτερες κοσμοθεωρίες, τρομαγμένα από το ολοκαύτωμα και την ατομική βόμβα, αποδυναμώθηκαν ως συστήματα πίστης. Με την ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας, οι κοινωνίες αναδιαμορφώθηκαν ώστε να ζουν στο “εδώ-και-τώρα”, να αδιαφορούν για οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει σημασία για την ιστορία του κόσμου. Φαινόμενα όπως ο καταναλωτισμός, η τηλεμανία, η ποπ κουλτούρα προέκυψαν σ' αυτό το μεσοδιάστημα και αφορούσαν το απλό, το καθημερινό, το ανώδυνο, το ήσσονος σημασίας, το μερικό. Αυτά είναι φαινόμενα ενός πολιτισμού της εικόνας, που ενδιαφέρεται μόνο για τη μορφή που έχουν τα πράγματα, εύπεπτη, χαλαρή και γρήγορη, χωρίς να χρειάζεται να έρθει σε επαφή με το νόημά τους – και χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το νόημα δεν υπάρχει και δεν λειτουργεί.

Για να το εξηγήσουμε καλύτερα, ιδανικό παράδειγμα είναι και πάλι η μουσική: πριν τη βιομηχανία της μαζικής κουλτούρας, μουσικά έργα ήταν τα δουλεμένα δημιουργήματα των μεγάλων συνθετών, η λαϊκή μουσική, η εκκλησιαστική μουσική κλπ. Το μουσικό έργο υπάκουε σε ένα σύστημα αξιών, ανταποκρινόταν σε κάποια κοινωνική ομάδα, κουβαλούσε μία παράδοση και μία συνέχεια. Αν σκεφτούμε αντίθετα τη σημερινή συνθήκη, η ποπ μουσική παράγεται με το κιλό και επιδέχεται μία γρήγορη ανάγνωση “μ' αρέσει/δεν μ'αρέσει” πριν μεταβεί κανείς στο επόμενο κομμάτι. Ένας σκυλάς π.χ., ασχέτως αν επιμένει να αυτοαποκαλείται “καλλιτέχνης”, μπορεί να αρέσει ή όχι, αλλά δεν εμπνέει σε κανέναν κάποιο δέος για τον ρόλο του ως προς την τέχνη. Το αντίστοιχο, ωστόσο, ισχύει πάνω-κάτω για τον τρόπο ακρόασης όλης της μουσικής του σήμερα. Παράλληλα, η ακρόαση της “υψηλής” μουσικής φαίνεται “φυσιολογική” μόνο σε ανθρώπους που έχουν τα περιθώρια να συμμετέχουν στις όποιες μεγάλες αφηγήσεις, τουτέστιν πρόσωπα με μεγάλη πολιτική, πολιτιστική ή οικονομική εξουσία.

Ας σημειωθεί εδώ ότι αυτή η κατάσταση ξεσήκωσε δύο δημοφιλείς αντιδράσεις: η μία ήταν από κάτι χλεχλέδες που πανηγύρισαν για το τέλος των ιδεολογιών και η άλλη από κάτι μεμψίμοιρους που κλαίνε για τον ξέπεσμο των αξιών. Δεν συμμερίζομαι καμία απ' τις δύο απόψεις, συγκεκριμένα τις φτύνω στα μούτρα, αλλά αυτή είναι μία άλλη ιστορία για μία άλλη στιγμή.

Έχοντας πει τα παραπάνω, μπορούμε να δούμε τον χίπστερ ως αυτόν που καταφάσκει στον μέγιστο βαθμό σ' αυτήν την κατάσταση του πολιτισμού. Αποφεύγει οτιδήποτε υποπτεύεται πως κουβαλάει μία μεγαλύτερη σημασία, μία συναισθηματική διέγερση ή μία αξία. Αν πρόκειται για θρησκεία είναι περίπου άθεος, όχι επειδή είναι πρόθυμος να αντιταχθεί στη θρησκεία, αλλά επειδή η κουλτούρα του δεν του επιτρέπει να πιστέψει σε κάποια. Αν πρόκειται για πολιτική ιδεολογία, θα πατήσει σε γκρίζες γραμμές, προσεκτικά επιλεγμένες ώστε να μην πηγαίνουν πουθενά. Αν πιάσει κανείς ζητήματα που να αφορούν οτιδήποτε το καθολικό, οτιδήποτε απαιτεί μία ορατότητα έξω από το “εδώ-και-τώρα”, θα μείνει να κοιτάει σαν χάνος. Δεν του επιτρέπεται το χιούμορ (ύστατη έκφραση δημιουργικότητας) και απαγορεύεται οποιοδήποτε συναίσθημα θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις αύριο.
Χίπστερ είναι αυτό το πλάσμα που ζει στον δοκιμαστικό σωλήνα της κουλτούρας: του αρέσουν τα μικρά, εξειδικευμένα, ασήμαντα πράγματα που δεν έχουν κανένα ρίσκο. Του αρέσουν τα μπιχλιμπίδια που αποκλείεται να χρειαστεί να διαπραγματευτεί με οποιονδήποτε άλλον έχει την ίδια συνήθεια. Του αρέσει η μουσική που αποκλείεται να μοιράζεται με άλλον οπαδό της. Του αρέσουν οι ταινίες που αποκλείεται να έρθει σε κατάσταση που θα αποτελούν αντικείμενο κουβέντας. Και είναι εξαιρετικά αστεία η στιγμή που ανακαλύπτουν ότι τα μπιχλιμπίδια αυτά μπορεί να τα συλλέγει και η θειά μου η Μαριγώ, ότι ο τάδε μουσικός τελικά είναι γνωστός και εκτιμητέος στους ανθρώπους που ασχολούνται ουσιαστικά με τη μουσική, ότι ο τάδε σκηνοθέτης είναι κλασσικό όνομα στον κινηματογράφο. Τα εγκαταλείπουν με την ίδια ευκολία που τα έπιασαν, χωρίς κανένα πόνο αποχωρισμού φυσικά, καθώς αυτή η χαλαρή σχέση ήταν εξαρχής ο σκοπός.

Οι χίπστερς είναι μία κοινωνική ομάδα που ζει μονίμως με τον φόβο του ευνουχισμού. Κάθε πράγμα που θα μπορούσαν να επενδύσουν συναισθηματικά το βλέπουν ως κάτι που θα μπορούσαν να χάσουν. Κάθε πράγμα με το οποίο θα καταπιαστούν εις βάθος, αποτελεί γι' αυτούς κίνδυνο να αναγκαστούν να έχουν άποψη και να εκτοπιστούν έτσι απ' τη ζώνη ασφαλείας τους. Είναι ίσως αυτός ο τρόμος που ζουν καθημερινά που τους κάνει να βρίσκονται σε μία συνεχή ανέκφραστη κατάσταση.

Ο τρόπος που βιώνουν τα φαινόμενα της καθημερινής ζωής είναι αναγκαστικά “ειρωνικός”. Προσοχή: εδώ η ειρωνία δεν σημαίνει ότι έχουν για όλα κάποιον ευφυή σαρκασμό – αντίθετα, συνήθως αδυνατούν να έχουν ένα ευφυές σχόλιο για οτιδήποτε. Η ειρωνία τους έγκειται στην άρνηση των μυθολογιών που διέπουν την καθημερινότητα των περισσότερων (καλά ως εδώ), αλλά και στην αδυναμία τους να τις αντικαταστήσουν με άλλες εξηγήσεις.
Συνεπώς, η σημασία που δίνουν στις τέχνες, δεν έχει να κάνει με το περιεχόμενό τους. Έχει να κάνει με μία διάθεση ημι-απόλαυσης, μία τάση να έχουν “ωραία πραγματάκια” γύρω τους, καθώς η νοηματοδότηση της τέχνης απαιτεί να πιστέψεις και σε μία καθολική ιδιαιτερότητα της, τουτέστιν σε μία μεγάλη αφήγηση, απ' αυτές που είπαμε πως δεν τους αρέσουν. Ακόμα και στο θέμα του ντυσίματος, η εκκεντρικότητά τους δεν έχει κάποιο νόημα από πίσω. Το ντύσιμο των πάνκηδων ήθελε να βεβηλώσει τις κοινωνικές απαιτήσεις για καλοκουρεμένους νέους. Το ντύσιμο των μεταλλάδων περίπου το ίδιο. Ακόμα και τα ντυσίματα που χαρακτηρίζουμε “νορμάλ”, έχουν ένα περιεχόμενο, θέλουν να δηλώσουν ότι κάποιος συμμερίζεται έναν τρόπο ζωής που δεν έχει το προκλητικό και το φανταχτερό μέσα. Το εκκεντρικό ντύσιμο των χίπστερς είναι κενό νοήματος: τυχαία ρούχα ώστε να μην υποδηλώνουν καμία πεποίθηση.

Συνοψίζοντας, η λέξη χίπστερ περιγράφει έναν άνθρωπο που είναι εκκεντρικός χωρίς να είναι καλλιτεχνικός, που δεν έχει καμία πεποίθηση, πολιτική, θρησκευτική ή άλλη, που αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι το χιούμορ και τις συναισθηματικές εξάρσεις. Έναν κραυγαλέο άνθρωπο χωρίς κανένα περιεχόμενο, χωρίς καμία άποψη, με μοναδικό χαρακτηριστικό την επιδερμική ενασχόληση με τα μικροπράγματα, τα οποία δεν ενδιαφέρεται καθόλου να εξηγήσει αισθητικά, κοινωνικά ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο.
Εν είδει επιλόγου, ας σημειώσουμε δύο πράγματα:
α) Απ' τη στιγμή που όποιος μας επιτέθηκε ποτέ, το έκανε σε πράγματα στα οποία πήραμε ισχυρή θέση, ο όρος χίπστερ αποτυγχάνει. Ξαναπροσπαθήστε. Θα σας ταπώσουμε, αλλά δεν πειράζει, μας αρέσει ο σαματάς.
β) Οι περισσότεροι που χρησιμοποιούν τον όρο χίπστερ, τον χρησιμοποιούν όπως χρησιμοποιούσαν πριν λίγο καιρό τον όρο “θολοκουλτουριάρηδες” για να περιγράψουν οποιονδήποτε είχε κάποιο ενδιαφέρον για την κουλτούρα. Συνήθως θέλει να υποδηλώσει ότι αυτός που ασχολείται με οτιδήποτε ξεφεύγει από τις συνήθειες του αγνού μπουζουκόμαγκα, είναι κάτι κατάπτυστο. Δεν λέω, παίζει πολύ δήθεν γύρω μας, όλοι το τρώμε στη μάπα, αλλά φιλική συμβουλή: μην κάνετε αξία το να είστε βλάκες και κομπλεξάρες, μαλακία είναι.

Το άρθρο βρίσκεται εδώ.
 

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Μποϊκοτάζ στους φούρνους του trafficking.

Κατηγορία για διεύθυνση κυκλώματος πορνείας και trafficking που ελέγχει το 80% στην Ελλάδα για τους ιδιοκτήτες του "Χωριάτικου".

Μετά από δημοσιεύματα που έβγαλαν στη φόρα υποθέσεις εξαναγκαστικής πορνείας και trafficking των αδελφών Γιαννακόπουλων, ομάδες αναρχικών και ακτιβιστών άρχισαν να πετούν φυλλάδια μέσα στα κεντρικά καταστήματα, προκειμένου να ενημερώσουν τους πελάτες. Διαδώστε.

«Οι φούρνοι Το Χωριάτικο, των αδελφών Γιαννακόπουλων, είναι βιτρίνα για να ξεπλένονται χρήματα από εξαναγκαστική πορνεία γυναικών, από τα στριπτιζάδικα και από τα ραντεβού για μασαζ».

Ο Άγγελος και ο Αντώνης Γιαννακόπουλος, τα δύο αδέρφια/επιχειρηματίες και ιδιοκτήτες 20 και πλέον φούρνων το Χωριάτικο και των Αττικών Φούρνων, έχουν συλληφθεί ή διαφύγει της σύλληψής τους 2 φορές στο παρελθόν, με την κατηγορία ότι διευθύνουν κύκλωμα εξαναγκαστικής πορνείας, εμπορίας γυναικών και trafficking, που ελέγχει το 80% των εκδιδόμενων γυναικών στην Ελλάδα.

Το 2008 και το 2010, σε επιχείρηση της αστυνομίας (λευκός άρτος) και του ΣΔΟΕ στα κεντρικά γραφεία του Χωριάτικου, μεταξύ των άλλων βρέθηκαν και τα εξής: έγγραφα και σφραγίδες από offshore εταιρεία -Desena limited με έδρα την Κύπρο- που διαχειριζόταν 5 στριπτιζάδικα στην Αθήνα, ανάμεσά τους το Αλκατράζ στη Λ. Συγγρού και το Star στη Λ. Ηρακλείου.

Οι επιχειρηματίες διέθεταν και μια πολυκατοικία στη Λ. Ηρακλείου 29, όπου κρατούσαν φυλακισμένες τις γυναίκες που διάφοροι πελάτες βίαζαν επί πληρωμή.

Το ελληνικό παράρτημα εμπορίας σαρκός συνεργαζόταν με αντίστοιχα μαφιόζικα κυκλώματα της Ρωσίας. Μέσω ταξιδιωτικού γραφείου και εταιρείας ευρέσεως εργασίας, έρχονταν σε επαφή με γυναίκες από Ρωσία, Λιθουανία, Πολωνία, και με υποσχέσεις για δουλειά στην Ευρώμη τις έφερναν στην Ελλάδα. Έκτοτε ξεκίναγε ο εφιάλτης γι’αυτές τις γυναίκες: έμεναν φυλακισμένες και εξαναγκάζονταν να εκδίδονται ή να δουλεύουν σε στριπτιζάδικα. Οι νταβατζήδες Γιαννακόπουλοι με τους συνεργάτες τους τις εκβίαζαν μέσω των χαρτιών τους, των οικογενειών τους ή ακόμα και με την απειλή της ζωής τους.

Στη μαφιόζικη επιχείρηση, πέρα από τους φύλακες των γυναικών, τους μεταφορείς, τους λογιστές που εργάζονταν για λογαριασμό τους, υπήρχε και ένας απόστρατος αστυνομικός, ο οποίος είχε αποταχθεί λόγω κατάχρησης 70 εκατομμυρίων δραχμών από το ταμείο του Τμήματος Αλλοδαπών. Ο συγκεκριμένος είχε σημαντικό ρόλο μέσα στην οργάνωση των νταβατζήδων, μιας και λόγω των επαφών του μπορούσε να εξασφαλίζει χαρτιά για τις φυλακισμένες γυναίκες. Τώρα ο συγκεκριμένος είναι υπεύθυνος προσωπικού στους φούρνους του Χωριάτικου.

Παρά τις 31 συλλήψεις (μεταξύ αυτών και ο Αντώνης Γιαννακόπουλος που κάθησε ένα χρόνο προφυλακισμένος), τις εφόδους, τις προφυλακίσεις και τις διώξεις που ασκήθηκαν στην πρώτη επιχείρηση της αστυνομίας το 2008 (λευκός άρτος), τα μέλη του κυκλώματος αποφυλακίστηκαν και άμεσα συνέχισαν το εμπόριο και την εκπόρνευση των γυναικών.

Μια γυναίκα που ξέφυγε από το κύκλωμα των νταβατζήδων, μια ανώνυμη επιστολή και ένα τηλεφώνημα στην πολωνική πρεσβεία από φυλακισμένη γυναίκα, ήταν οι αφορμές ώστε η αστυνομία να διεξάγει την επιχείρηση Λευκός Άρτος Νο2, το 2010, και να προβεί πάλι σε 17 συλλήψεις. Καμία υπόθεση δεν έχει τελεσιδικήσει και οι νταβατζήδες/έμποροι σάρκας συνεχίζουν τα επιχειρηματικά τους σχέδια με τις ευλογίες του κράτους και των δικαστών.

Το άρθρο βρίσκεται εδώ.

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Η φιλελεύθερη ηθική του δωρεάν εισιτηρίου στο Μετρό.

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε στο Μετρό της Αθήνας μια ήπια μορφή έκφρασης κοινωνικής αλληλεγγύης. Είναι μαγική, θα λέγαμε. Άνθρωποι που βγαίνουν από τους σταθμούς δίνουν το εισιτήριό τους σε ανθρώπους που μπαίνουν, ή το αφήνουν διακριτικά για να το πάρει κάποιος μπαίνοντας. Άγνωστοι άνθρωποι μεταξύ τους κάνουν μια… σιωπηλή μεταβίβαση μέσα στην ταχύτητα και ανωνυμία της πόλης. Υπάρχει σίγουρα κάτι το γοητευτικό σε αυτή την κίνηση αβρότητας. Κάτι που με γοητεύει πολύ και μένα.

Εδώ είναι και η απορία των Κεντροαριστερών και Κεντροδεξιών φίλων μου: Πώς είναι δυνατόν μία τέτοια πράξη να γοητεύει εμένα, τον κατά κόσμο «Νεοφιλελεύθερο», με μία οικονομική και νομική αντίληψη διαμορφωμένη από τους θεωρητικούς της Σχολής του Σικάγο, όπως τον Friedman ή τον Posner και άλλους τέτοιους «διαβόλους»; Η απάντησή μου στους «συντηρητικούς» και «προοδευτικούς» φίλους μου ήταν κάτι που τους προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη, όταν τους είπα ότι το να δίνεις το εισιτήριό σου βγαίνοντας, δεν είναι ούτε κοινωνική αυθαιρεσία, ούτε αποτελεί ζήτημα πολιτικής διαφωνίας: για έναν Φιλελεύθερο άνθρωπο αυτό είναι ζήτημα ηθικής επιλογής.

Το ερώτημα λοιπόν είναι αυτό: Είναι ηθικό να δίνουμε το εισιτήριό μας σε κάποιον άλλο επιβάτη; Τι θα έλεγε αυτός ο «σατανάς» ο Milton Friedman, αν σας έβλεπε να κάνετε κάτι τέτοιο στο Μετρό; Θα σας έκοβε το χέρι; Θα σας έβαζε φυλακή όπως ο Στουρνάρας και ο Άδωνις; Το αντίθετο, φίλοι μου. Πώς θα σας φαινόταν αν σας έλεγα μάλιστα, ότι θα θεωρούσε αντικοινωνική συμπεριφορά να μην το δώσετε;

Να πώς έχουν τα πράγματα. Για έναν υποστηρικτή της Σχολής του Σικάγο (Νομικής και Οικονομικής), η αγορά του εισιτηρίου του Μετρό αποτελεί μία σύμβαση μεταξύ εσένα, του επιβάτη, και της Μετρό ΑΕ. Ως επιβάτης, καταβάλεις 1,40€ σε αντάλλαγμα του να χρησιμοποιήσεις την υπηρεσία του Μετρό για μιάμιση ώρα. Αν για να πας στη δουλειά σου χρειάζεσαι μόλις 30 λεπτά και όχι 90, τότε υπάρχει ένα υπόλοιπο στο εισιτήριο που δεν χρησιμοποίησες, αν και πλήρωσες. Αυτό στα Οικονομικά ονομάζεται «εξωτερικότητα» (externality). Για σένα είναι λεφτά που χάνονται, δηλαδή αρνητική εξωτερικότητα (negative externality), ενώ για το Μετρό που πληρώνεται χωρίς να παρέχει το service, αποτελεί θετική εξωτερικότητα (positive externality).

Καθώς πάντα οι «εξωτερικότητες» δημιουργούν χαμένους, αυτό δημιουργεί, χωρίς καν να το καταλαβαίνεις, κάθε φορά που χρησιμοποιείς το μετρό για μισή ώρα, ένα μικρό και συνεχές market failure (αποτυχία αγοράς). Ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί η αποτυχία αγοράς τέτοιου τύπου, είναι μέσω του δικαιώματός σου να αξιοποιήσεις το περιουσιακό σου στοιχείο, το εισιτήριο που αγόρασες, ως ελεύθερος άνθρωπος. Αυτό ασφαλώς, το «ελεύθερος άνθρωπος» εννοώ, δεν το θέλει ούτε η Μετρό ΑΕ, ούτε το κράτος που αυξάνει την τιμή των εισιτηρίων «κατά πώς γουστάρει», χωρίς να ρωτήσει αν μπορείς να καταβάλεις ένα τέτοιο ποσό για μόλις λίγα λεπτά χρήσης.

Αν πληρώνεις για μιάμιση ώρα ένα εισιτήριο που θα χρησιμοποιήσεις μόνο για ταξίδι μισής ώρας, θα υπήρχαν δύο τρόποι να μηδενίσεις την αρνητική εξωτερικότητα που προκύπτει στην τσέπη σου. Είτε να απαιτήσεις από τη Μετρό ΑΕ το υπόλοιπο των χρημάτων σου πίσω (σιγά μη στα δώσει), είτε να μεταβιβάσεις το εισιτήριο σε κάποιον τρίτο να το χρησιμοποιήσει για όσο χρόνο του απομένει. Στη δεύτερη περίπτωση δεν κερδίζεις εσύ, αλλά κερδίζει η κοινωνία. Διότι αυτός που παίρνει το εισιτήριο από σένα, αν πρόκειται να το χρησιμοποιήσει επίσης για λιγότερο από 90 λεπτά, θα ήταν «πέταμα χρημάτων» αν ξαναπλήρωνε για κάτι που ήδη έχει πληρωθεί. Με τα λεφτά του εισιτηρίου θα μπορούσε να πάρει ένα μπουκάλι γάλα στο παιδί του, ή ένα ψωμί. Επίσης, τίθεται και μία νομική διάσταση, καθώς η νομική αιτιολόγηση που αναγράφεται στο πίσω μέρος του εισιτηρίου για να αποτρέπει τον πολίτη από το να μεταβιβάσει το εισιτήριο, είναι έωλη και υπάρχει μόνο για να προκαλεί φόβο. 

Το κράτος όμως, και το όργανό του, η Μετρό ΑΕ, δεν σε αποζημιώνει επιστρέφοντας τη διαφορά σε εσένα τον επιβάτη, στερώντας σου έτσι το δικαίωμα στη δίκαιη τιμή του εισιτηρίου, ούτε σου δίνει το δικαίωμα να μεταβιβάσεις το εισιτήριο σε κάποιον για να κάνει χρήση μίας υπηρεσίας για την οποία έχει ήδη πληρωθεί. Για έναν Μονεταριστή το να σου αρνούνται να χρησιμοποιήσεις υπηρεσία που πλήρωσες κάποια άλλη στιγμή στη διάρκεια της μέρας ή να σου επιβάλουν μέσω συμβολαίου άρνηση μεταβίβασης, είναι πράξη που οδηγεί σε υποχρεωτική οικονομική αναποτελεσματικότητα (economic inefficiency), με εσένα στον ρόλο του χαμένου.

Δεν είναι όμως μόνο οικονομικό το ζήτημα. Είναι, όπως είπαμε, πρωτίστως ηθικό. Στην ηθική συγκρότηση των Φιλελεύθερων αυτό αποτελεί ζήτημα εκμετάλλευσης του λαού. Θα μπορούσε ο Υπουργός Συγκοινωνιών να σου πει: «Φιλαράκο, έτσι είναι τα πράγματα, αν δεν θέλεις να έχεις “εξωτερικότητες στη τσέπη σου” (και άρα εισροές στη τσέπη μου), μηn παίρνεις το Mετρό». Εσύ όμως δεν μπορείς να μην πας στη δουλειά σου χωρίς ΜΜΜ διότι το αμάξι κοστίζει περισσότερο, εκεί που πήγαν οι φόροι, και επιπλέον το Μετρό είναι μονοπώλιο, όπως ακριβώς μονοπώλιο είναι και η έκδοση των εισιτηρίων των αστικών συγκοινωνιών. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι κάθε φορά που αγοράζεις εισιτήριο εξαναγκάζεσαι να συμφωνήσεις σε μία οικονομική απώλεια στην τσέπη σου που είναι αποτέλεσμα δεσπόζουσας μονοπωλιακής θέσης του κράτους, το οποίο δεν νοιάζεται να προσφέρει μεταφορές στους πολίτες ανάλογα με τις ανάγκες τους, αλλά να τους τα «πάρει» ανάλογα με τις ανάγκες του.

Στη φιλελεύθερη παράδοση, είναι ζήτημα ηθικής επιταγής του πολίτη να αντιδρά στις υπερκοστολογήσεις. Από τον Ντέιβιντ Θορώ μέχρι τον Μίλτον Φρίντμαν κάθε μορφή αντίδρασης σε ένα μονοπώλιο, ιδιωτικό ή κρατικό, που οδηγεί σε κοινωνικά επιζήμια οικονομικά αποτελέσματα, είναι καθήκον και υποχρέωση.
Το κρατάω ως εδώ και δεν θα μιλήσω για το τι θα μπορούσε να γίνει για να αποκατασταθεί η αδικία στην τιμή του εισιτηρίου. Ό,τι και να πούμε δεν τους νοιάζει. Αν τους ένοιαζε θα το διόρθωναν ήδη μόνοι τους. Το ηθικό μέρος με ενδιαφέρει μόνο, και αυτό είναι να δίνουμε πάντα το εισιτήριο σε κάποιον που θα το χρησιμοποιήσει και όχι να το πετάξουμε στα σκουπίδια. Κάτι που είναι προϊόν αξίας, είτε χρησιμοποιείται είτε μεταβιβάζεται. Δεν πετιέται ποτέ στα σκουπίδια. 
Η έννοια της αξίας του εισιτηρίου, για να είμαστε δίκαιοι, λύνει το ηθικό πρόβλημα αναφορικά με αυτόν που το έχει και το δίνει. Λύνει όμως και το ηθικό πρόβλημα εκείνου που ζητάει το εισιτήριο; H Ayn Rand, στο “Atlas Shrugged”, είχε γράψει: «Είναι λάθος να αξιώνεις κάτι χωρίς ανταπόδοση. Αλλά ακόμα κι αν υπάρχει κάποιος διατεθειμένος να δώσει αυτό το κάτι, είναι ανήθικο να το πάρεις αν δεν δώσεις πίσω κάτι με αξία. Ανταλλαγή σημαίνει ανταλλάσσω αξία με αξία. Πόσο μπορεί να κρατηθεί όρθια μία κοινωνία όταν οι άνθρωποι συνηθίσουν να λαμβάνουν αξία, χωρίς να δίνουν κάτι πίσω;».

Εδώ βρίσκεται μια μεγάλη αλήθεια που φτάνει στην καρδιά της ηθικής κάθε τίμιου ανθρώπου. Αλλά αν με ρωτάς, τίποτα δε μου λείπει από την Ελλάδα μας περισσότερο από το χαμόγελο που χάσαμε. Πάντα όταν δίνω το εισιτήριό μου στο Μετρό παίρνω πίσω ένα χαμόγελο. Και μέσα σε αυτή την άσκημη πόλη, το χαμόγελο του άγνωστου συμπολίτη μου με αποζημιώνει για τα πάντα. Αξία με αξία, όπως λέει και η Rand.

*Ο Δημήτρης Ψαρράκης είναι Οικονομολόγος. Σπούδασε Διεθνείς Σχέσεις και Χρηματοοικονομικά στο Harvard, καθώς και Ανάλυση Χρηματοοικονομικών Ρίσκων στα πανεπιστήμια Stanford και Columbia. Είναι αναλυτής διαχείρισης τραπεζικών κινδύνων στο Λουξεμβούργο και την Ολλανδία, ενώ κατά την περίοδο της κρίσης (2010-12) ήταν επιστημονικός συνεργάτης της Βουλής για θέματα οικονομικής πολιτικής. 

Το άρθρο βρίσκεται εδώ.