Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Τι Σημαίνει η Λέξη Χίπστερ.

Ανάμεσα στις πολλές κατηγορίες που συχνά μας απευθύνουν – οι περισσότερες στέκουν, δεν θα το αρνηθώ, άλλο που εμείς τις έχουμε παράσημα – υπάρχει μία που αρθρώνεται πιο συχνά από τις υπόλοιπες: “είστε Χίπστερς”. Μόλις το πρωί της μέρας που γράφεται αυτό το κείμενο, ένας αναγνώστης την επανέλαβε με πάθος, αφού διέγνωσε αυτή μας την πάθηση μέσα απ' την επιλογή να ποστάρουμε στο Facebook ένα αστείο τραγούδι του παλιού ρεμπέτη Κώστα Μπέζου, με μία λεζάντα πλαγίως ειρωνική απέναντι στη μεταφορά της κουλτούρας του ρεμπέτικου στα σύγχρονα αστικά κέντρα.

aa 


Δεν ξέρουμε την ακριβή λογική διεργασία στο μυαλό του αγαπητού αναγνώστη, αλλά μπορούμε να κάνουμε τις εξής δύο υποθέσεις: ή του κακοφάνηκε η ειρωνία απέναντι σε κάτι τέτοιου status όπως το ρεμπέτικο (αν και δε θίξαμε το ρεμπέτικο το ίδιο) ή θεώρησε ότι περιμέναμε να βρούμε ένα βίντεο με “ψαγμένη” στιγμή του ρεμπέτικου προκειμένου να ασχοληθούμε μ' αυτό.

Δεν φταίει ο ίδιος· ο όρος χίπστερ χρησιμοποιείται συνεχώς στην ελληνική αργκό, ιντερνετική και μη, με τη σημασία του να μην είναι επαρκώς καθορισμένη. Συνήθως λέγεται ενάντια σ' αυτόν που ασχολείται με κάτι εκτός του θεσπισμένου mainstream, ειδικά όσον αφορά τη μουσική. Όπως σωστά αναφέρθηκε προς απάντησίν του, το mainstream στη μουσική της Ελλάδας είναι αρκέτα διευρυμένο ώστε να περιλαμβάνει σκυλάδικο, R & B, μέταλ, λίγη house, alt rock και ρεμπέτικο – τα τρία τελευταία κάπως ξώφαλτσα. Οτιδήποτε άλλο είναι καταδικασμένο να είναι “χίπστερ”, όρος που χρησιμοποιείται πάντα με αρνητική σημασία. Λανθασμένα.
Η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε ο όρος ήταν στη δεκαετία του '40 για να περιγράψει λευκούς μεσοαστούς αμερικάνους που γοητεύονταν από τους μαύρους τζαζίστες και υιοθετούσαν τον τρόπο ζωής τους. Το περιεχόμενο της φιγούρας του χίπστερ εκείνη την εποχή, συμπυκνώνεται σε ένα διάσημο κείμενο του Norman Mailer, με τον κομψό τίτλο “The White Negro” και διαβάζοντάς το, θα εντοπίσει κανείς πολλά στοιχεία που υπάρχουν (σε κάποια μορφή τουλάχιστον) στην ταυτότητα του χίπστερ όπως είναι σήμερα. Στην κουλτούρα τους δεν βρίσκουμε μόνο το όνομα για πρώτη φορά, αλλά και την αρχή αυτού που γέννησε τον χίπστερ του σήμερα: την αβίαστη διάχυση ενός πολιτισμικού στοιχείου (μεσοαστοί λευκοί) μέσα στο περιβάλλον ενός άλλου (μαύροι τζαζίστες).

Έκτοτε, ο όρος εξαφανίστηκε για αρκετές δεκαετίες. Έκανε μία πολύ βραχύβια ασήμαντη επανεμφάνιση την εποχή της άνθησης της Brit Pop στις αρχές της δεκαετίας του '90, που δεν στέριωσε. Μέχρι τα τέλη της πρώτης δεκαετίας των '00ς που επανήλθε σέρνοντας μία ολόκληρη παγκόσμια κουλτούρα πίσω του.

Στις ενδιάμεσες δεκαετίες πολλά πράγματα άλλαξαν στην ανθρωπότητα: για μία σειρά λόγων, αυτά που ονομάζουμε χαριτωμένα “μεγάλες αφηγήσεις”, θρησκείες, πολιτικές ιδεολογίες, ευρύτερες κοσμοθεωρίες, τρομαγμένα από το ολοκαύτωμα και την ατομική βόμβα, αποδυναμώθηκαν ως συστήματα πίστης. Με την ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας, οι κοινωνίες αναδιαμορφώθηκαν ώστε να ζουν στο “εδώ-και-τώρα”, να αδιαφορούν για οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει σημασία για την ιστορία του κόσμου. Φαινόμενα όπως ο καταναλωτισμός, η τηλεμανία, η ποπ κουλτούρα προέκυψαν σ' αυτό το μεσοδιάστημα και αφορούσαν το απλό, το καθημερινό, το ανώδυνο, το ήσσονος σημασίας, το μερικό. Αυτά είναι φαινόμενα ενός πολιτισμού της εικόνας, που ενδιαφέρεται μόνο για τη μορφή που έχουν τα πράγματα, εύπεπτη, χαλαρή και γρήγορη, χωρίς να χρειάζεται να έρθει σε επαφή με το νόημά τους – και χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το νόημα δεν υπάρχει και δεν λειτουργεί.

Για να το εξηγήσουμε καλύτερα, ιδανικό παράδειγμα είναι και πάλι η μουσική: πριν τη βιομηχανία της μαζικής κουλτούρας, μουσικά έργα ήταν τα δουλεμένα δημιουργήματα των μεγάλων συνθετών, η λαϊκή μουσική, η εκκλησιαστική μουσική κλπ. Το μουσικό έργο υπάκουε σε ένα σύστημα αξιών, ανταποκρινόταν σε κάποια κοινωνική ομάδα, κουβαλούσε μία παράδοση και μία συνέχεια. Αν σκεφτούμε αντίθετα τη σημερινή συνθήκη, η ποπ μουσική παράγεται με το κιλό και επιδέχεται μία γρήγορη ανάγνωση “μ' αρέσει/δεν μ'αρέσει” πριν μεταβεί κανείς στο επόμενο κομμάτι. Ένας σκυλάς π.χ., ασχέτως αν επιμένει να αυτοαποκαλείται “καλλιτέχνης”, μπορεί να αρέσει ή όχι, αλλά δεν εμπνέει σε κανέναν κάποιο δέος για τον ρόλο του ως προς την τέχνη. Το αντίστοιχο, ωστόσο, ισχύει πάνω-κάτω για τον τρόπο ακρόασης όλης της μουσικής του σήμερα. Παράλληλα, η ακρόαση της “υψηλής” μουσικής φαίνεται “φυσιολογική” μόνο σε ανθρώπους που έχουν τα περιθώρια να συμμετέχουν στις όποιες μεγάλες αφηγήσεις, τουτέστιν πρόσωπα με μεγάλη πολιτική, πολιτιστική ή οικονομική εξουσία.

Ας σημειωθεί εδώ ότι αυτή η κατάσταση ξεσήκωσε δύο δημοφιλείς αντιδράσεις: η μία ήταν από κάτι χλεχλέδες που πανηγύρισαν για το τέλος των ιδεολογιών και η άλλη από κάτι μεμψίμοιρους που κλαίνε για τον ξέπεσμο των αξιών. Δεν συμμερίζομαι καμία απ' τις δύο απόψεις, συγκεκριμένα τις φτύνω στα μούτρα, αλλά αυτή είναι μία άλλη ιστορία για μία άλλη στιγμή.

Έχοντας πει τα παραπάνω, μπορούμε να δούμε τον χίπστερ ως αυτόν που καταφάσκει στον μέγιστο βαθμό σ' αυτήν την κατάσταση του πολιτισμού. Αποφεύγει οτιδήποτε υποπτεύεται πως κουβαλάει μία μεγαλύτερη σημασία, μία συναισθηματική διέγερση ή μία αξία. Αν πρόκειται για θρησκεία είναι περίπου άθεος, όχι επειδή είναι πρόθυμος να αντιταχθεί στη θρησκεία, αλλά επειδή η κουλτούρα του δεν του επιτρέπει να πιστέψει σε κάποια. Αν πρόκειται για πολιτική ιδεολογία, θα πατήσει σε γκρίζες γραμμές, προσεκτικά επιλεγμένες ώστε να μην πηγαίνουν πουθενά. Αν πιάσει κανείς ζητήματα που να αφορούν οτιδήποτε το καθολικό, οτιδήποτε απαιτεί μία ορατότητα έξω από το “εδώ-και-τώρα”, θα μείνει να κοιτάει σαν χάνος. Δεν του επιτρέπεται το χιούμορ (ύστατη έκφραση δημιουργικότητας) και απαγορεύεται οποιοδήποτε συναίσθημα θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις αύριο.
Χίπστερ είναι αυτό το πλάσμα που ζει στον δοκιμαστικό σωλήνα της κουλτούρας: του αρέσουν τα μικρά, εξειδικευμένα, ασήμαντα πράγματα που δεν έχουν κανένα ρίσκο. Του αρέσουν τα μπιχλιμπίδια που αποκλείεται να χρειαστεί να διαπραγματευτεί με οποιονδήποτε άλλον έχει την ίδια συνήθεια. Του αρέσει η μουσική που αποκλείεται να μοιράζεται με άλλον οπαδό της. Του αρέσουν οι ταινίες που αποκλείεται να έρθει σε κατάσταση που θα αποτελούν αντικείμενο κουβέντας. Και είναι εξαιρετικά αστεία η στιγμή που ανακαλύπτουν ότι τα μπιχλιμπίδια αυτά μπορεί να τα συλλέγει και η θειά μου η Μαριγώ, ότι ο τάδε μουσικός τελικά είναι γνωστός και εκτιμητέος στους ανθρώπους που ασχολούνται ουσιαστικά με τη μουσική, ότι ο τάδε σκηνοθέτης είναι κλασσικό όνομα στον κινηματογράφο. Τα εγκαταλείπουν με την ίδια ευκολία που τα έπιασαν, χωρίς κανένα πόνο αποχωρισμού φυσικά, καθώς αυτή η χαλαρή σχέση ήταν εξαρχής ο σκοπός.

Οι χίπστερς είναι μία κοινωνική ομάδα που ζει μονίμως με τον φόβο του ευνουχισμού. Κάθε πράγμα που θα μπορούσαν να επενδύσουν συναισθηματικά το βλέπουν ως κάτι που θα μπορούσαν να χάσουν. Κάθε πράγμα με το οποίο θα καταπιαστούν εις βάθος, αποτελεί γι' αυτούς κίνδυνο να αναγκαστούν να έχουν άποψη και να εκτοπιστούν έτσι απ' τη ζώνη ασφαλείας τους. Είναι ίσως αυτός ο τρόμος που ζουν καθημερινά που τους κάνει να βρίσκονται σε μία συνεχή ανέκφραστη κατάσταση.

Ο τρόπος που βιώνουν τα φαινόμενα της καθημερινής ζωής είναι αναγκαστικά “ειρωνικός”. Προσοχή: εδώ η ειρωνία δεν σημαίνει ότι έχουν για όλα κάποιον ευφυή σαρκασμό – αντίθετα, συνήθως αδυνατούν να έχουν ένα ευφυές σχόλιο για οτιδήποτε. Η ειρωνία τους έγκειται στην άρνηση των μυθολογιών που διέπουν την καθημερινότητα των περισσότερων (καλά ως εδώ), αλλά και στην αδυναμία τους να τις αντικαταστήσουν με άλλες εξηγήσεις.
Συνεπώς, η σημασία που δίνουν στις τέχνες, δεν έχει να κάνει με το περιεχόμενό τους. Έχει να κάνει με μία διάθεση ημι-απόλαυσης, μία τάση να έχουν “ωραία πραγματάκια” γύρω τους, καθώς η νοηματοδότηση της τέχνης απαιτεί να πιστέψεις και σε μία καθολική ιδιαιτερότητα της, τουτέστιν σε μία μεγάλη αφήγηση, απ' αυτές που είπαμε πως δεν τους αρέσουν. Ακόμα και στο θέμα του ντυσίματος, η εκκεντρικότητά τους δεν έχει κάποιο νόημα από πίσω. Το ντύσιμο των πάνκηδων ήθελε να βεβηλώσει τις κοινωνικές απαιτήσεις για καλοκουρεμένους νέους. Το ντύσιμο των μεταλλάδων περίπου το ίδιο. Ακόμα και τα ντυσίματα που χαρακτηρίζουμε “νορμάλ”, έχουν ένα περιεχόμενο, θέλουν να δηλώσουν ότι κάποιος συμμερίζεται έναν τρόπο ζωής που δεν έχει το προκλητικό και το φανταχτερό μέσα. Το εκκεντρικό ντύσιμο των χίπστερς είναι κενό νοήματος: τυχαία ρούχα ώστε να μην υποδηλώνουν καμία πεποίθηση.

Συνοψίζοντας, η λέξη χίπστερ περιγράφει έναν άνθρωπο που είναι εκκεντρικός χωρίς να είναι καλλιτεχνικός, που δεν έχει καμία πεποίθηση, πολιτική, θρησκευτική ή άλλη, που αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι το χιούμορ και τις συναισθηματικές εξάρσεις. Έναν κραυγαλέο άνθρωπο χωρίς κανένα περιεχόμενο, χωρίς καμία άποψη, με μοναδικό χαρακτηριστικό την επιδερμική ενασχόληση με τα μικροπράγματα, τα οποία δεν ενδιαφέρεται καθόλου να εξηγήσει αισθητικά, κοινωνικά ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο.
Εν είδει επιλόγου, ας σημειώσουμε δύο πράγματα:
α) Απ' τη στιγμή που όποιος μας επιτέθηκε ποτέ, το έκανε σε πράγματα στα οποία πήραμε ισχυρή θέση, ο όρος χίπστερ αποτυγχάνει. Ξαναπροσπαθήστε. Θα σας ταπώσουμε, αλλά δεν πειράζει, μας αρέσει ο σαματάς.
β) Οι περισσότεροι που χρησιμοποιούν τον όρο χίπστερ, τον χρησιμοποιούν όπως χρησιμοποιούσαν πριν λίγο καιρό τον όρο “θολοκουλτουριάρηδες” για να περιγράψουν οποιονδήποτε είχε κάποιο ενδιαφέρον για την κουλτούρα. Συνήθως θέλει να υποδηλώσει ότι αυτός που ασχολείται με οτιδήποτε ξεφεύγει από τις συνήθειες του αγνού μπουζουκόμαγκα, είναι κάτι κατάπτυστο. Δεν λέω, παίζει πολύ δήθεν γύρω μας, όλοι το τρώμε στη μάπα, αλλά φιλική συμβουλή: μην κάνετε αξία το να είστε βλάκες και κομπλεξάρες, μαλακία είναι.

Το άρθρο βρίσκεται εδώ.