Ένα αγοράκι από την Μοντάνα των ΗΠΑ το οποίο διαγνώστηκε με όγκο στον εγκέφαλο, μια από τις δυσκολότερες μορφές καρκίνου, κατάφερε να σωθεί χάρη στην επέμβαση του πατέρα του ο οποίος του έδωσε κρυφά μαριχουάνα.
Ο απεγνωσμένος Μάικ Χάιντ, πατέρας του μικρού Κας βλέποντας το αγγελούδι του να αργοσβήνει αποφάσισε να στραφεί στην ιατρική χρήση της μαριχουάνας.
Ο τρίχρονος Κας ήταν απολύτως ένα υγιέστατο αγοράκι όταν γεννήθηκε, αλλά πριν τα δεύτερα γενέθλιά του αρρώστησε βαριά.
Αρχικά οι ιατροί διέγνωσαν λανθασμένα ότι έπασχε από αδενοπάθεια αλλά σύντομα η πραγματικότητα ήταν ακόμα πιο σκληρή όταν οι γονείς έμαθαν για την σοβαρή ασθένεια που τον χτύπησε.
Το αγοράκι υποβλήθηκε σε χημειοθεραπείες με σκοπό να μειωθεί ο όγκος, οι οποίες είχαν παρενέργειες όπως η μόλυνση του αίματος του παιδιού.
Οι γονείς τρελαινόντουσαν μέρα με τη μέρα ακόμα πιο πολύ βλέποντας σε αυτή την κατάσταση το παιδί τους, ενώ οι γιατροί επανειλημμένως τους έλεγαν ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες να ζήσει καθώς ολοένα και χειροτέρευε.
Μάλιστα μετά από μια ισχυρή χημειοθεραπεία ο Κας ήταν τόσο αδύναμος που πλέον δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφαλάκι του και δεν μπορούσε να φάει στερεή τροφή για 40 μέρες.
Τότε ήταν που ο πατέρας του αποφάσισε να πάρει τη κατάσταση στα χέρια του και να προσπαθήσει να σώσει τον γιο του.
Αφού το συζήτησε με τους θεράποντες γιατρούς του Κας και είδε ότι ήταν αρνητικοί σε αυτήν την εκδοχή, απλά τους αγνόησε και κρυφά έβαζε τη μαριχουάνα στον ορό από όπου τρεφόταν ο γιος του.
Παράλληλα, είπε στους γιατρούς να σταματήσουν να του χορηγούν φάρμακα κατά της ναυτίας χωρίς να τους πει το γιατί.
O Χάιντ τόνισε, στο KXLY, ότι είδε άμεση βελτίωση στην υγεία του γιου του.
"Δεν μπορούσε να φάει για 40 μέρες και ήταν απίστευτο να τον βλέπω να τρώει λίγο τυρί। Έδειχνε ότι ήθελε να ζήσει", είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι το έλαιο από μαριχουάνα τον βοήθησε να βγει ζωντανός από τις χημειοθεραπείες.
Ο μικρός Κας τώρα είναι απολύτως υγιής και ζει όπως τα υπόλοιπα παιδιά στην ηλικία του, παίζοντας με τον μεγαλύτερο αδερφό του Κόλτι.
Σημειώνεται ότι η ιατρική χρήση της μαριχουάνας είναι νόμιμη σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου και της Μοντάνα αλλά η χρήση της σε μικρά παιδιά δεν είναι αποδεκτή από την πλειοψηφία.
"Η χρήση της (μαριχουάνας) στα παιδιά είναι αμφιλεγόμενη και πολλοί τρομάζουν στην ιδέα αλλά είναι πιο τρομακτικό το να χάνεις το παιδί σου", υπογράμμισε ο Χάιντ।
Για κάποιους η κατάδυση στους κάδους της Νέας Υόρκης δεν είναι πράξη απελπισίας αλλά ηρωισμού. «Είμαστε διασώστες» λένε. «Γλιτώνουμε φαγητά προτού αυτά καταλήξουν στις χωματερές».
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010
Με μια ματιά
● Το κίνημα των freegans γεννήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, μέσα από τα κινήματα της αντι-παγκοσμιοποίησης και της οικολογίας.
● Η λέξη freegan είναι σύνθετη, από το free (δωρεάν) και vegan (χορτοφάγος)-δεν είναι εν τούτοις όλοι οι freegans χορτοφάγοι.
● Το freeganism, όπως ονομάζεται το κίνημα, χαρακτηρίζεται από τους οπαδούς του ως ένας ολοκληρωμένος τρόπος ζωής εναντίον της σπατάληςκαι του καταναλωτισμού.
● Η αναζήτηση πεταμένου αλλά μη χαλασμένου φαγητού στους κάδους αγορών και σούπερ μάρκετ είναι το βασικότερο, αλλά όχι το μόνο χαρακτηριστικότου.
● Το freeganism τάσσεται επίσης υπέρ της ανακύκλωσης, της καλλιέργειαςτροφίμων σε κάθε δυνατό σημείο της πόλης, του διαμοιρασμού των πόρων, της κατάληψης μη χρησιμοποιούμενων κτιρίων.
Μια νύχτα στο Μανχάταν με τους freegans, ρακοσυλλέκτες με ιδεολογία.
Τα στόρια έχουν κατέβει όταν η Τζάνετ Κέιλις βγαίνει για τα ψώνια της στο Μανχάταν.Σκαλίζει σακούλες σκουπιδιών με μυρωδιές που ανακατεύουν το στομάχι. Επιλέγειγια λάφυρά της ξερές φραντζόλες ψωμί και χτυπημένα μήλα. Στους πάτους των κάδων βρίσκει το επόμενο γεύμα της.
Το ραντεβού μας είναι στην ανατολική πλευρά του Μανχάταν, λίγα μόλις τετράγωνα μακριά από τα φώτα του καταναλωτισμού στην Τimes Square. Με περιμένουν δέκα άνθρωποι με άδειες τσάντες, πλαστικά καφάσια και καροτσάκια της λαϊκής. Αδιαφορούν για τα βλέμματα των περαστικών. Ανοίγουν τις σακούλες σαν να ψάχνουν για κρυμμένο θησαυρό. Κάποιοι φοράνε πλαστικά γάντια. Άλλοι έχουν τα χέρια τους γυμνά. Βουτάνε μέσα στα αποφάγια χωρίς δισταγμό. Ψάχνουν, εξετάζουν, γεύονται και ψάχνουν ξανά μέχρι τα δάχτυλά τους να ξυλιάσουν από το κρύο.
Αυτοαποκαλούνται freegans. Είναι τα μέλη ενός παγκόσμιου κινήματος ενάντια στη σπατάλη και τον καταναλωτισμό. Γι΄ αυτούς η κατάδυση στους κάδους της Νέας Υόρκης δεν είναι πράξη απελπισίας αλλά ηρωισμού. «Είμαστε διασώστες» λένε. «Γλιτώνουμε φαγητά προτού αυτά καταλήξουν στις χωματερές».
Η Τζάνετ Κέιλις είναι η επικεφαλής αυτής της ομάδας. Διοργανώνει κάθε μήνα τα trash tours (περιηγήσεις σκουπιδιών) στο Μανχάταν. Η Κέιλις συλλέγει το φαγητό της από τα σκουπίδια τα τελευταία πέντε χρόνια. Δεν είναι άστεγη. Ούτε αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Τα πρωινά διδάσκει ισπανικά σε ένα λύκειο της Νέας Υόρκης. «Με το να ψωνίζω για φαγητό συνεισφέρω σε ένα αρρωστημένο σύστημα που παράγει όλο και πιο πολλά σκουπίδια. Γι΄ αυτό επιλέγω να βρίσκω το φαγητό μου έτσι και να γλιτώνω την κοινωνία από μεγαλύτερη σπατάλη», λέει.
Το 1997, σύμφωνα με μια μελέτη του αμερικανικού υπουργείου Γεωργίας, 43,7 δισεκατομμύρια κιλά φρέσκου φαγητού κατέληγαν κάθε χρόνο στα σκουπίδια. Χωρίς να υπολογίζονται τα έτοιμα γεύματα που μένουν στο ράφι των σούπερ μάρκετ στο τέλος κάθε ημέρας. Ενώ μία πρόσφατη έρευνα βρήκε ότι οι Αμερικανοί παράγουν 30 εκατομμύρια τόνους αποφάγια κάθε χρόνο. Πολλά από τα φαγητά που βρίσκουν οι freegans στα σκουπίδια δεν έχουν ακόμα λήξει.
Η οικονομική κρίση. Αν και τα περισσότερα μέλη των freegans - όπως και η Κέιλις- γίνονται ρακοσυλλέκτες από ιδεολογία, τα δύο τελευταία χρόνια όλο και πιο πολλά άτομα τους ακολουθούν εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. «Πολλοί φτάνουν στο σημείο να επιλέξουν ανάμεσα στο να πληρώσουν το νοίκι τους ή το φαγητό τους» εξηγεί η Κέιλις. «Τελικά, διαλέγουν το πρώτο. Γι΄ αυτούς είναι πιο σημαντικό να έχουν ένα ζεστό μέρος για να κοιμηθούν. Και με τη βοήθειά μας μπορούν να βρουν φαγητό τζάμπα».
Ένα από αυτά τα άτομα είναι ο Τζίο Αντόλο, νεαρός με απεριποίητο μούσι και γυαλιά μυωπίας. Κουβαλά ένα καφάσι με αυγά, μήλα, καλαμπόκι και... σιρόπι για τον βήχα. Τα «διέσωσε» όλα από έναν κάδο σκουπιδιών. Ο Αντόλο μετακόμισε πριν από δύο μήνες στη Νέα Υόρκη. Σπούδασε κλασική κιθάρα στο Ορλάντο και για την ώρα είναι άνεργος. Μοιράζεται ένα δυάρι στο Μανχάταν μαζί με άλλους πέντε. «Ψάχνουμε και για έβδομο συγκάτοικο», λέει. Αυτή είναι η πρώτη νύχτα που ο Αντόλο χώνει το χέρι του στα σκουπίδια. Και όπως λέει δεν θα είναι η τελευταία.
«Βρήκα σπουδαία πράγματα απόψε. Το φαγητό είναι ένα σημαντικό έξοδο και αυτός είναι ένας σπουδαίος τρόπος να περιορίσω τις σπατάλες μου. Πάντως προσέχω τι διαλέγω. Αν μια φραντζόλα ψωμί έχει καλυφθεί με μούχλα ή αν το γάλα έχει ξινίσει δεν πρόκειται να τα πάρω».
Μυστικός δείπνος στο πεζοδρόμιο.
Δεν είναι ξεκάθαρο πόσα είναι τα μέλη των freegans στη Νέα Υόρκη. Η οργάνωση δημιουργήθηκε το 1989 και η Κέιλις μιλά σήμερα για εκατοντάδες ακτιβιστές. Δεν υπάρχει όμως τρόπος να τους υπολογίσουν όλους. Άλλωστε δεν πάνε πάντα στα «ψώνια» τους οργανωμένοι. Στις γειτονιές του Μανχάταν όμως φαίνεται να τους γνωρίζουν. Την ώρα που βουτούν στους κάδους τούς βλέπει κάποιος διερχόμενος σκουπιδιάρης και δεν σταματά. Δύο αστυνομικοί σε ένα περιπολικό απλά τους λένε να συντομεύσουν τις κινήσεις τους. Και ένας υπάλληλος σούπερ μάρκετ τους πληροφορεί ότι λόγω εορτών θα είναι κλειστά για τις επόμενες δύο ημέρες. «Περάστε από Δευτέρα, τότε θα κάνετε φοβερό τσιμπούσι», τους λέει.
Τα «λάφυρα».
Οι freegans υποστηρίζουν ότι με τις ενέργειές τους αντιστέκονται στην καταναλωτική μανία. Όμως οι κινήσεις κάποιων πάνω από τις λαχταριστές μαύρες σακούλες μοιάζουν λαίμαργες και αρπαχτικές. Σε κάποιο σημείο της περιοδείας ο Αντόλο παρατηρεί ότι κάποιος πήρε μια φραντζόλα ψωμί από το καφάσι του. Η Κέιλις τούς υπενθυμίζει ότι πρέπει να δένουν ξανά τις σακούλες που ανοίγουν και να μην αφήνουν αποφάγια στο πεζοδρόμιο. Επιμένει δε ότι τα λάφυρα πρέπει να μοιράζονται μεταξύ τους και να μην τα καρπώνεται όποιος τα βρίσκει πρώτος. Έξω από τις βιτρίνες ενός σούπερ μάρκετ η Κέιλις στοιβάζει τον θησαυρό της βραδιάς. Τρία κοτόπουλα σούβλας, κομμένες σαλάτες μέσα σε πλαστικά κουτιά, σπαράγγια, μήλα, ντόνατ... Βγάζει λόγο κατά της σπατάλης και του καπιταλισμού. Όλοι παρακολουθούν με κατάνυξη, σαν να μετέχουν σε έναν μυστικό δείπνο. Και στη συνέχεια μοιράζει στον καθένα το μερίδιό του. Οι τσάντες, που δύο ώρες πριν ήταν άδειες, τώρα ξεχειλίζουν.
Ο Νικόλας Δάνδολος κατάγονταν απ’ την Σμύρνη και γεννήθηκε στο Ρέθυμνο της Κρήτης, στις 27 Απριλίου 1883.
Πρόκειται για τον πιο διάσημο και τιμιότερο επαγγελματία παίκτη τυχερών παιχνιδιών στον κόσμο, όλων των εποχών, που έμεινε γνωστός σαν «Νικ δε Γκρικ» (Nick the Greek). Ένας άνθρωπος που έγινε μύθος στη φαντασία των ρομαντικών ανθρώπων αλλά κι έμεινε στην ιστορία ως ο μεγαλύτερος τζογαδόρος της Αμερικής.
Κανείς σε όλο τον κόσμο, στην ανθρώπινη ιστορία, δεν κατάφερε να κερδίσει ή να χάσει περισσότερα χρήματα θέτοντας σε δοκιμασία όλες τις γνωστές θεωρίες περί εργασίας κι εύκολου πλουτισμού. Υπήρξε για μισό σχεδόν αιώνα ο πιο διάσημος Έλληνας της Αμερικής, πιο γνωστός από τον Σπύρο Σκούρα, τον Δημήτρη Μητρόπουλο, τον Ηλία Καζάν.
Ο χαρακτηρισμός «χαρτοπαίκτης» στο πρόσωπο του ανθρώπου αυτού δεν είχε την κακή σημασία της λέξης, αλλά την απασχόληση και την επίδοσή του στο χαρτοπαίγνιο και μάλιστα σε ανώτατο επαγγελματικό επίπεδο.
Μεγάλωσε μέσα σε ένα ευκατάστατο οικογενειακό περιβάλλον. Ο πατέρας του ήταν έμπορος χαλιών και ο νονός του εφοπλιστής (ναυπηγός). Αποφοίτησε από το «Ελληνικό Ευαγγελικό Κολέγιο» της Σμύρνης με πτυχίο στη Φιλοσοφία. Η προσωπικότητά του όμως ήταν τέτοια, που δεν τον προόριζε να γίνει ο επόμενος Πλάτωνας.
Στην ηλικία των 18 ετών, ο νονός του τον έστειλε στις Η.Π.Α., με σκοπό να αποκτήσει εμπειρίες πάνω στις επιχειρήσεις. Ο Δάνδολος ενισχύονταν οικονομικά απ’ τον νονό του με ένα εβδομαδιαίο «επίδομα» 150 δολαρίων, ποσό πολύ σημαντικό για τα δεδομένα της εποχής.
Ο πρώτος του σταθμός ήταν το Σικάγο. Εκεί γνωρίστηκε κι ερωτεύτηκε με μια κοπέλα αλλά έπειτα από τον χωρισμό τους μετακόμισε στο Μόντρεαλ του Καναδά. Εκεί, το 1911, γνωρίστηκε με έναν διάσημο αναβάτη στις ιπποδρομίες, τον Phil Musgrave. Βοηθούμενος από τις συμβουλές του Musgrave και καθοδηγούμενος από την έμφυτη ικανότητά του να κάνει λεφτά από το τίποτε, ο Δάνδολος κέρδισε σχεδόν μισό εκατομμύριο δολάρια σε έξι μήνες στοιχηματίζοντας σε κούρσες αλόγων.
Στην συνέχεια επέστρεψε και πάλι στο Σικάγο. Εκεί συνέχισε και έχασε όσα χρήματα είχε κερδίσει στο Μόντρεαλ, παίζοντας μεγάλα ποσά στα χαρτιά και στα ζάρια, παιχνίδια τα οποία μέχρι στιγμής του ήταν άγνωστα. Αυτό όμως δε τον εμπόδισε να αποφασίσει ποιο θα ήταν το επάγγελμά του για τα επόμενα χρόνια. Προοδευτικά γινόταν αριστοτέχνης των τυχερών παιχνιδιών αποκτώντας μεγάλη φήμη. Συχνά μεγάλα καζίνο του πρόσφεραν μεγάλους μισθούς για να δουλέψει για αυτούς (ώστε να αποφύγουν τις «ζημιές» που τους έκανε ως παίκτης) αλλά συνήθως ο Δάνδολος απαντούσε αρνητικά, αλλά δε μπορούσε να αποφύγει το να γίνεται το θέαμα της βραδιάς σε κάθε καζίνο που επισκεπτόταν μιας και δε σταματούσε ποτέ να στοιχηματίζει, ακόμη κι όταν έχανε 100.000 δολάρια σε ένα και μόνο ποντάρισμα.
Το όνομα «Nick the Greek» αποκτούσε διαστάσεις θρύλου και μόνο το όνομα του Τζόνι Μος (Johny Moss), του καλύτερου παίκτη πόκερ της εποχής, μπορούσε να θεωρηθεί ισάξιο.
Όπως ήταν φυσικό έναν τέτοιον ανυπέρβλητο τζογαδόρο, με πτυχίο φιλοσοφίας και πάθος για τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα τον ακολουθούσαν πάντα οι θρύλοι και οι φήμες. Εκτιμάται ότι έφυγε πάνω από 70 φορές κερδισμένος, φτάνοντας ή ξεκινώντας απ’ το σημείο, κατά την διάρκεια των παιχνιδιών, να μην έχει ούτε ένα δολάριο στην τσέπη του. Είναι ευρύτατα διαδεδομένες ιστορίες όπως τότε που έπαιζε συνεχώς για 10 ημέρες και νύχτες χωρίς ύπνο ή για το οικοδομικό τετράγωνο που κέρδισε όταν προκάλεσε τον αντίπαλο να ρίξουν χαρτιά για 550.000 δολάρια.
Σ’ αυτήν την ιστορική παρτίδα πόκερ, που έγινε στη Νέα Υόρκη, πραγματοποιήθηκε μια αναμέτρηση των άσων του είδους, στο κέντρο «Ελ Μορόκο», με θεατές δέκα περίπου διάσημους «γκάμπλερ», ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο πρώην βασιλέας της Αιγύπτου Φαρούκ. Όταν έληξε η κανονική ώρα, ο Νικ είχε κερδίσει εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια και ο πλέον χαμένος της βραδιάς ο νονός της Μαφίας, ο Κοστέλο του είπε:
— Έλληνα, φεύγεις και δε συνεχίζεις, γιατί είσαι δειλός.
Τότε ο Nick the Greek, γυρίζοντας προς τον Φαρούκ, τον παρακάλεσε να ανακατέψει την τράπουλα και μετά είπε στον Κοστέλο:
— Και τώρα, αμίγκο (φίλε), έλα να τραβήξουμε από ένα χαρτί. Ο μικρότερος χάνει πεντακόσιες χιλιάδες δολάρια!
Ο Ιταλός όμως αρνήθηκε.
Την άλλη μέρα, οι «Τάιμς» της Νέας Υόρκης έγραψαν ότι ο Κοστέλο δε θα είναι για πάντα ο αρχηγός της Μαφίας, αλλά ο Nick the Greek θα είναι ο αδιαφιλονίκητος βασιλιάς του πόκερ.
Όταν ο Σμυρνιός Νικόλαος Δάνδολος βασίλευε στις πράσινες τσόχες της Αμερικής, οι αναμετρήσεις του με θρυλικά ονόματα του πλούτου και της Μαφίας, εθεωρούντο παρτίδες-ιεροτελεστίες, που τις παρακολουθούσαν ελάχιστοι τυχεροί προσκεκλημένοι, σιωπηλοί και ανέκφραστοι, όπως οι θεατές μιας παρτίδας σκάκι από μετρ του είδους. Στη βιογραφία του, αναφέρονται ως φίλοι και θαυμαστές του μεγάλοι παραγωγοί και σταρ του Χόλιγουντ, με πρώτο τον Φρανκ Σινάτρα και τον συμπατριώτη του κροίσο Αριστοτέλη Ωνάση.
Σε κάποια βραδινή έξοδό του συνοδευόταν από το μεγάλο φυσικό Άλμπερτ Αϊνστάιν (Albert Einstein). Ο Νικ παρ’ όλο που ήθελε όλοι στον κύκλο του να δείξουν επίπεδο και να συμπεριφερθούν στο μορφωμένο φίλο του με σεβασμό γνώριζε πως οι άνθρωποι τους οποίους συνήθιζε να συναναστρέφεται δε γνώριζαν τίποτε από επιστήμες. Έτσι, για να αποφύγει κάποιο τυχόν μπέρδεμα αποφάσισε να τους συστήσει τον Αϊνστάιν ως «ο μικρός Al από το Princeton» (ο Einstein ήταν τότε μέλος του Ινστιτούτου Ανωτέρων Σπουδών στο πανεπιστήμιο αυτό). Τελικά ο Αϊνστάιν το διασκέδασε τόσο που το άλλο πρωί δυσκολευόταν να φύγει για το σπίτι του…
Οι μεγαλύτερες χαρτοπαικτικές αναμετρήσεις του συμπατριώτη μας είχαν γίνει Πρωτοχρονιά, κυρίως στο Λας Βέγκας. Κάποτε, ένα λεπτό πριν σημάνει ο καινούργιος χρόνος, ο Νικ έχασε σ’ ένα κόλπο κάπου 300.000 δολάρια και ατάραχος σηκώθηκε και έδωσε το σύνθημα να αναβοσβήσουν τα φώτα και ν’ ανοίξουνε τις σαμπάνιες.
«Ελπίζω», είπε, «με την αλλαγή του χρόνου ν’ αλλάξει και η τύχη μου». Όταν συνέχισε σάρωσε το τραπέζι κερδίζοντας 1.250.000 δολάρια, ποσόν που έχασε μέσα σ’ ένα μήνα στη ρουλέτα και στα άλογα, τη μεγαλύτερη από όλες τις αδυναμίες του. Σύμφωνα με την ανιψιά του (κόρη της αδερφής του που ζούσε στην Αθήνα), ο Δάνδολος ιεραρχούσε τα αγαπημένα του παιχνίδια ως εξής: Άλογα, ζάρια, ρουλέτα, χαρτιά. Ο ίδιος αντιμετώπιζε μάλλον σκωπτικά την ατυχία του στον ιππόδρομο: «Τα ρημάδια τα τετράποδα, βλέπεις, τις περισσότερες φορές τρέχουνε με τα τρία μόνο ποδάρια…».
Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του είχε νικήσει σχεδόν όλους τους αντιπάλους τους κι αναζητούσε συνεχώς νέες προκλήσεις. Στην πολιτεία της Νεβάδα τα τυχερά παιχνίδια νομιμοποιούνται το 1931. Έτσι, το Λας Βέγκας, αποτέλεσε τη βάση του.
Το καλοκαίρι του 1949, κι ενώ η πορεία του συνεχιζόταν, ο Δάνδολος πλησίασε τον Μπένι Μπινιόν (Benny Binion), έναν ιδιοκτήτη καζίνο και φανατικό λάτρη του πόκερ, με το ασυνήθιστο για τα δεδομένα της εποχής αίτημα να του κλείσει αναμέτρηση με τον καλύτερο μέχρι τότε παίκτη πόκερ, ένα παιχνίδι που θα χαρακτηριζόταν ως «Μαραθώνιος πόκερ». Ο Binion συμφώνησε να οργανώσει την αναμέτρηση μεταξύ του Nick the Greek και του μυθικού Johnny Moss με τον όρο πως το παιχνίδι θα παιζόταν δημοσίως.
Σ’ αυτό το γεγονός μάλιστα, πιστώνεται ευρέως ως η έμπνευση για τη σύγχρονη εποχή του «World Series of Poker», που καθιερώθηκε το 1970.
Το παιχνίδι αυτό, που έμεινε στην ιστορία ως η μεγαλύτερη παρτίδα πόκερ που παίχτηκε ποτέ, ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1949 και τελείωσε τον Μάιο του ίδιου έτους.
Κατά τη διάρκεια του ιδιότυπου αυτού Μαραθώνιου που διήρκεσε πέντε μήνες με διαλείμματα μόνο για ύπνο και φαγητό, οι δύο αντίπαλοι έπαιξαν κάθε παραλλαγή του πόκερ που υπήρχε.
Στο τέλος ο Moss κέρδισε το χαρακτηρισμένο ως «Μεγαλύτερο παιχνίδι της πόλης» κι ένα ποσό που έφτανε τα 2 εκατομμύρια δολάρια.
Όταν ο Δάνδολος έχασε και την τελευταία του δεκάρα, σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του, κινήθηκε αθόρυβα και είπε τη διάσημη φράση: «Κύριε Μος, θα πρέπει να σας αφήσω να φύγετε» (Mister Moss, I have to let you go).
Έπειτα κατευθύνθηκε στον επάνω όροφο όπου κι έπεσε για ύπνο…
Η κούραση φαίνεται ότι ήταν σημαντικός παράγοντας για την ήττα του 66χρονου πλέον Δάνδολου, καθώς ήταν 24 χρόνια μεγαλύτερος απ’ τον αντίπαλό του.
Στα τέλη της ζωής του, όταν πλέον είχε μείνει απένταρος συνήθιζε να παίζει μικρές παρτίδες πόκερ κάπου στη Νότια Καλιφόρνια. Όταν ρωτήθηκε πως ενώ πριν λίγα χρόνια πόνταρε εκατομμύρια δολάρια και τώρα παίζει για μάρκες των 5 δολαρίων απαντούσε πως «έτσι είν’ η ζωή…».
Ο Δάνδολος έπαιζε για την συγκίνηση του παιχνιδιού κι όχι γι’ αυτό καθ’ αυτό το χρήμα, ενώ συνήθιζε να λέει, «η τύχη είναι μια γυναίκα κι αυτή η γυναίκα είναι ο έρωτας της ζωής μου».
Στη ζωή του o Nick the Greek εκτιμάται ότι κέρδισε και έχασε πάνω απο 500 εκατομμύρια δολλάρια (ποσό μυθικό για τα τότε δεδομένα), ενώ υπάρχουν εκτιμήσεις που το ποσό αυτό το ανεβάζουν στα 2 δις δολάρια. Δώρισε περισσότερα από 20 εκατομμύρια δολάρια για φιλανθρωπικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς, ποσό τεράστιο, όπως είπαμε, για την εποχή εκείνη. Είναι ο μοναδικός Έλληνας που μπήκε (το 1979) στη λίστα «Hall of Fame» των θρύλων του πόκερ μαζί με ακόμη 21 μεγάλους παίκτες πόκερ.
Είχε δημιουργήσει ένα μυστήριο γύρω από το πρόσωπό του καθώς ποτέ δεν αποκάλυπτε τα μυστικά του σε κανένα ενώ συνήθιζε να αφήνει μεγάλο φιλοδώρημα στους δικούς του κρουπιέρηδες. Σε πείσμα όλων όσων αμφισβητούσαν την προέλευση των χρημάτων του αποκαλούσε τον εαυτό του «ανεξάρτητο τζογαδόρο», απέφευγε τις ακριβές χαρτοπαικτικές λέσχες και τα κλειστά κλαμπ των γραβατοφορεμένων «επαγγελματιών» του είδους.
Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού συνήθιζε να παραμένει ανέκφραστος χωρίς να αλλάζει την όψη του προσώπου του ή τη χροιά της φωνής του. Ήταν ψηλός, ευαίσθητος, με αέρα επαγγελματία, ανθρωπιστικά ένστικτα, μερικές φορές καυστικός στα σχόλιά του αλλά πάντα με ταλέντο κι ετοιμότητα στην αντιμετώπιση των προκλήσεων.
Του άρεσε να χρησιμοποιεί σοφές φράσεις για να περιγράψει κάτι που ήθελε να πει όπως στην περίπτωση της δόξας: «Στο επάγγελμά μου η δόξα συνήθως ακολουθείται από μία πρόταση, που περιλαμβάνει τη λέξη, «φυλακή»».
Παρ’ όλα αυτά η δόξα ήταν μόνιμος σύντροφός του σε όλη του τη ζωή. Υπήρχαν καιροί όπου στο Las Vegas ερχόταν χιλιάδες επισκέπτες όχι για τα αστραφτερά κτίρια και τα φαντασμαγορικά shows αλλά γιατί τους τράβηξε εκεί η φήμη του Nick the Greek. Οι ιστορίες σχετικά με το Nick the Greek αγγίζουν τα όρια του μύθου και οι παλαιότεροι δυσκολεύονται να διηγηθούν κάποια ιστορία από τις εποχές εκείνες χωρίς να αναφέρουν το όνομά του.
Ήταν ευγενικός, με φινέτσα κι αρχοντιά και σε κέρδιζε αμέσως με τους τρόπους του. Δεν ήταν τυπικός στα ραντεβού, μπορεί να είχατε συνάντηση και να εμφανιζόταν μετά δύο μήνες απολογούμενος γιατί δεν ήρθε. Αυτό που έκανε εντύπωση στους περισσότερους ήταν πως δεν έπαιζε τζόγο μόνο μέσα στις αίθουσες τυχερών παιχνιδιών αλλά παντού και πάντοτε στη ζωή του.
Απ’ όλες όμως τις ιστορίες σχετικά με το Nick the Greek η πιο ενδιαφέρουσα είναι αυτή με τη μάχη που έδωσε στο νοσοκομείο «Όρος Σινά» (Mount Sinai Hospital) του Λος Άντζελες, για τη ζωή του. Ποτέ δεν είχε παλέψει σκληρότερα και ποτέ δεν είχε πάρει μεγαλύτερο ρίσκο.
Ο «τζέντελμαν της πράσινης τσόχας», πέθανε σε ηλικία 83 ετών, στις 25 Δεκεμβρίου του 1966, από καρδιακή προσβολή, αφού είχε προηγηθεί πνευμονία. Ήταν πλέον πάμφτωχος, αν και έμενε στο πολυτελέστερο ξενοδοχείο του Λας Βέγκας. Ορισμένοι ονομαστοί φίλοι του συναντήθηκαν και φρόντισαν έτσι ώστε να έχει μια κηδεία που του αρμόζει – χρυσό φέρετρο, χρυσά τα πάντα για ένα πραγματικά μεγάλο μύθο του Λας Βέγκας…
Τον έθαψε με μεγάλη πολυτέλεια ο Φρανκ Σινάτρα, που έκλαιγε λες και ήτανε πατέρας του…
Μαικήνες του Χόλιγουντ, σταρ και μαφιόζοι, ήρθαν με τις φιμέ λιμουζίνες τους και του εναπόθεσαν λουλούδια με τραπουλόχαρτα, κυρίως τον Ρήγα σπαθί, που τον αντιπροσώπευε στο χώρο του τζόγου.
Οι αμερικανικές εφημερίδες το γράψανε πρωτοσέλιδα και του αφιέρωσαν αρκετές σελίδες.
Όπως έλεγε ο Τέλης Σαβάλας, διάσημοι τζογαδόροι επιδιώκανε να βρεθούνε έστω για μια φορά αντίπαλοι του Νικ, για να διηγούνται, όπως στη κηδεία του, πως είχανε παίξει μαζί του.
Ο συμπατριώτης μας δεξιοτέχνης των χαρτιών, που φημιζόταν κυρίως για την εντιμότητα του, δεν πέθανε πλούσιος. Από τα χέρια του είχαν περάσει ολόκληρες περιουσίες. Οι αγαθοεργίες, τα άλογα και η έλλειψη επιχειρηματικού πνεύματος, σκορπίσανε τα χρήματα που είχε κερδίσει ο μεγάλος παίκτης στην πράσινη τσόχα.
Ο Φρανκ Σινάτρα αποχαιρετώντας τον, είπε: «Νικ, υπήρξες τόσο αγνός και έντιμος, ώστε η μόνη περιουσία που είχες ήταν οι αγαθοεργίες σου».
Δημοσιογράφος μεταμφιέστηκε σε μαύρο για να δει τις αντιδράσεις των Γερμανών.
Έβαλε περούκα, πολύχρωμο πουκάμισο, έκανε μακιγιάζ και βγήκε στον δρόμο με μια κρυφή κάμερα. Όσα κατέγραψε προκάλεσαν πολλές αντιδράσεις.
Αποκάλυψε το ρατσιστικό τους πρόσωπο.
Έβαψε το πρόσωπό του μαύρο, έβαλε χρωματιστούςφακούς επαφής, φόρεσε μια «άφρο» περούκα και άρχισε να συστήνεται στους συμπατριώτες του ως Κβάντι Ογκόνοαπό τη Σομαλία. Κάπως έτσι ο Γκίντερ Βάλραφ επιχείρησε να αποκαλύψει το ρατσιστικόπρόσωπο της γερμανικής κοινωνίας. Αυτοί που διαμαρτυρήθηκαν, ωστόσο, από την έρευνα τού πιο γνωστού εκπροσώπου της ερευνητικής δημοσιογραφίαςστη Γερμανία ήταν οι εκπρόσωποι της μαύρης κοινότητας.
Ο Κβάντι Ογκόνο διήνυσε περισσότερα από 6.000 χιλιόμετρα στη χώρα του σε αυτό το ταξίδι- έρευνα, το οποίο πραγματοποίησε με τη βοήθεια μιας κρυφής κάμερας και του σκηνοθέτη Παγώνη Παγωνάκη. Το αποτέλεσμα ήταν η ταινία «Schawarz auf Weiss» (Μαύρο σε άσπρο), η οποία προβάλλεται από την περασμένη Πέμπτη στους κινηματογράφους, και ένα βιβλίο υπό τον τίτλο «Αus der schonen neuen Welt» (Έξω από τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο). Το συμπέρασμα είναι ένα: ο ρατσισμός στη γερμανική κοινωνία είναι περίπου ενδημικός και οι Γερμανοί δεν είναι καθόλου εξοικειωμένοι με τους ανθρώπους που έχουν διαφορετικό δέρμα από τους ίδιους, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ξεχωρίσουν ούτε την καρικατούρα ενός «μαύρου από τη Σομαλία», τον οποίο υποδύθηκε ο Γκίντερ Βάλραφ χρησιμοποιώντας όλα τα πιθανά στερεότυπα- ακόμη κι ένα πολύχρωμο πουκάμισο με λαχούρια.
Η αντιμετώπιση.
Όταν, λοιπόν, ο Κβάντι Ογκόνο ζητά από έναν εκπαιδευτή σκύλων στην Κολωνία να εκπαιδεύσει τον σκύλο του για να τον προστατεύει από τις ρατσιστικές επιθέσεις, μαθαίνει ότι οι θέσεις έχουν κλείσει και ότι η εκπαίδευση κοστίζει 250 ευρώ. Λίγο αργότερα, όμως, ο εκπαιδευτής βρίσκει θέση για έναν ομοεθνή του με μόλις 60 ευρώ. Στο «Μαύρο σε άσπρο» ακολουθεί μια σειρά από ανάλογα επεισόδια. Στο κάμπινγκ δεν υπάρχει θέση για τον Σομαλό μετανάστη και τη σκηνή του («το πραγματικό πρόβλημα είναι το δέρμα σου», του λέει καθαρά ο υπεύθυνος), ένας υπάλληλος αρνείται να του δώσει τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την έκδοση άδειας κυνηγιού, πολλοί ιδιοκτήτες αρνούνται να του νοικιάσουν διαμέρισμα και όταν σε ένα τοπικό πανηγύρι κάθεται σε ένα τραπέζι για να πιει μια μπίρα, οι λευκοί συνδαιτυμόνες σηκώνονται για να καθίσουν αλλού. Πολλοί Γερμανοί με τους οποίους μιλά τον αποκαλούν ανοιχτά «νέγρο». Στο πιο επικίνδυνο από τα ταξίδια του, ο Κβάντι Ογκόνο πηγαίνει με το τρένο στη Δρέσδη για να παρακολουθήσει έναν αγώνα της τοπικής ομάδας, όπου γλιτώνει στο παρά πέντε από τα χέρια μερικών Ανατολικογερμανών χούλιγκαν. Ο Βάλραφ-Ογκόνο ανακάλυψε, πάντως, μια διαφορά: η αντιμετώπιση ήταν πολύ διαφορετική όποτε φορούσε σακάκι και μιλούσε γερμανικά με άψογη προφορά.
Οι αντιδράσεις.
Η υποδοχή της μαύρης κοινότητας ήταν κάθε άλλο παρά θερμή στην έρευνα του Γκίντερ Βάλραφ. «Όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, κάποιος μιλάει για μας, αλλά όχι με εμάς», δήλωσε στο περιοδικό «Der Spiegel» η Ταχίρ Ντέλα, εκπρόσωπος της οργάνωσης Πρωτοβουλία των Μαύρων στη Γερμανία, ενώ για το επεισόδιο με τους χούλιγκαν σχολίασε ότι «κάποιος από εμάς θα έκανε ένα τέτοιο ταξίδι μόνο εάν δεν ήθελε τη ζωή του». Ο συγγραφέας και μουσικός Νόαχ Σόου κατηγόρησε τον δημοσιογράφο ότι «πιθηκίζει τις μειονότητες για να πάρει σε αντάλλαγμα χρήματα και δόξα» και υπενθύμισε ότι οι οργανώσεις που υπερασπίζονται τα ατομικά δικαιώματα κάνουν την ίδια δουλειά εδώ και 25 χρόνια. Ο ίδιος ο δημοσιογράφος υπερασπίστηκε το έργο του δηλώνοντας ότι ήθελε να δημιουργήσει θόρυβο για ένα θέμα που μένει θαμμένο σε εκθέσεις και αναφορές. Και όπως συνέβη με παλαιότερες μεταμφιέσεις του, μάλλον τα κατάφερε.
ΓΚΙΝΤΕΡ ΒΑΛΡΑΦ, ο δημοσιογράφος.
O Γκίντερ Βάλραφ απέκτησε φήμη στην πατρίδα του αλλά και εκτός γερμανικών συνόρων από τις θεαματικές αποκαλύψεις του για την αντιμετώπιση των μεταναστών και τις συνθήκες εργασίας σε διάφορες μεγάλες εταιρείες. Στο πλαίσιο των ερευνών του μεταμφιέστηκε σε «γκασταρμπάιντερ» για να καταγγείλει τη βάρβαρη μεταχείριση Τούρκων, Ελλήνων και Ιταλών μεταναστών στα γερμανικά εργοστάσια.
Εργάστηκε για τέσσερις μήνες με ψεύτικο όνομα στο ταμπλόιντ «Βild» για να αποκαλύψει στη συνέχεια τα ψεύδη που δημοσίευε με συστηματικό τρόπο η εφημερίδα. Τον Μάιο του 1974 αλυσοδέθηκε στην Πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα για να καταγγείλει τη χούντα των συνταγματαρχών.
Συνελήφθη, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε 14 μήνες φυλάκιση.
Ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε το βιβλίο «Ο φασισμός δίπλα μας. Η Ελλάδα του χθες, ένα πρότυπο για το αύριο".
ΠΑΓΩΝΗΣ ΠΑΓΩΝΑΚΗΣ, ο σκηνοθέτης.
O Παγώνης Παγωνάκης είχε συνεργαστεί και σε παλαιότερη παραγωγή με τον Βάλραφ, το 2007, στο φιλμ για τις πρακτικές που ακολουθούν τα Call Center. Το 2006 πήρε το πρώτο βραβείο κινηματογράφου για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην κατηγορία του επαγγελματικού φιλμ για το 45λεπτο ντοκιμαντέρ «Θάνατος στο κελί- Γιατί πέθανε ο Ουρί Γιαλό;». Ο Γιαλό, φυγάδας από τη Δυτική Αφρική που είχε υποβάλει αίτηση ασύλου, πέθανε κρατούμενος στο Ντεσάου της Ανατολικής Γερμανίας. Το φίλμ των Παγωνάκη, Μπιράντ, Μπινγκίλ και Γιούτας Πίντσλερ καταρρίπτει την επίσημη εκδοχή περί αυτοκτονίας του Γιαλό και αναζητά απαντήσεις σε όλα τα ανοιχτά ερωτηματικά για τον ρόλο της αστυνομίας.
Ανθεί όσο ποτέ η βιομηχανία του σεξουαλικού τουρισμού, ειδικά στην Ασία.
Εκατομμύρια ανήλικοι εξωθούνται κάθε χρόνο στην πορνεία σε όλο τον κόσμο λόγω της φτώχειας και των πολεμικών συγκρούσεων στις χώρες τους.
Τα ταξίδια του Γάλλου υπουργού Πολιτισμούστις πατρίδες του σεξουαλικού τουρισμού προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων στη Γαλλία. Ο Φρεντερίκ Μιτεράν, όμως, δεν είναι μόνος. Τα τσάρτερ του πληρωμένου έρωταπου απογειώνονται από τις ανεπτυγμένες χώρες σπανίως είναι άδεια.Η βιομηχανία του σεξοτουρισμού, με επίκεντρο τη ΝοτιοανατολικήΑσία, ανθεί όσο ποτέ.
Η παιδική πορνεία στον κόσμο σε νούμερα:
Κίνα: 600.000
Ινδία: 575.000
Βραζιλία: 500.000
Ταϊλάνδη: 300.000
Νεπάλ: 150.000
Φιλιππίνες: 100.000
Ταϊβάν: 60.000
Ρωσία: 50.000
Πακιστάν: 40.000
Βιετνάμ: 40.000
Αγ. Δομίνικος: 30.000
Σρι Λάνκα: 30.000
O γεωγραφικός τόπος όπου διασταυρώνονται η ερωτική επιθυμία και το χρήμα είναι κυρίως η Νοτιοανατολική Ασία. Κοινός παρονομαστής είναι η ανέχεια και- σε κάποιες περιπτώσεις- οι εσωτερικές συγκρούσεις που προκαλούν ακόμη μεγαλύτερη φτώχεια. Στο Νεπάλ, τα δέκα χρόνια εμφύλιου πολέμου ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τους μαοϊστές ερήμωσε τις αγροτικές περιοχές και γέμισε τις πόλεις. Το αποτέλεσμα; Το 2008 στην τουριστική περιοχή Ταμέλ της πρωτεύουσας Κατμαντού είχαν καταμετρηθεί 200 μαγαζιά για μασάζ και 35 μπαρ «με κορίτσια».
Η Ταϊλάνδη.
Επίκεντρο του σεξουαλικού τουρισμού, πάντως, παραμένει η Ταϊλάνδη. Και σε αυτήν την περίπτωση ο πόλεμος έχει παίξει σημαντικό ρόλο. Ήταν 29 Μαΐου 1969 όταν οι ΗΠΑ υπέγραψαν μια συμφωνία με την κυβέρνηση της Μπανγκόκ με αντικείμενο τη δημιουργία μιας «βάσης αναψυχής» για τους Αμερικανούς στρατιώτες που επέστρεφαν από το μέτωπο του Βιετνάμ. Το μέρος που επιλέχθηκε για τη βάση ήταν η Πατάγια, ένα χωριό στις ανατολικές ακτές της Ταϊλάνδης και σήμερα ένα από τα αγαπημένα θέρετρα του σεξουαλικού τουρισμού. Το αμερικανικό μοντέλο αντέγραψαν στη συνέχεια οι τοπικοί επιχειρηματίες της Μπανγκόκ. Κάπως έτσι γεννήθηκε η συνοικία με τα κόκκινα φανάρια της Πατ Πονγκ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της οργάνωσης «Save the children», στη Νοτιοανατολική Ασία το ένα τρίτο των ντόπιων που προσφέρουν σεξουαλικές υπηρεσίες είναι ανήλικοι. Η UΝΙCΕF εκτιμά ότι 1 εκατ. παιδιά πωλούνται κάθε χρόνο στην Ασία με σκοπό την πορνεία, τα μισά από γνωστό ή φιλικό πρόσωπο και το 40% από τις οικογένειές τους, ενώ κάποια πέφτουν θύματα απαγωγής. Αλλά και ο κόσμος της ενήλικης πορνείας είναι φτιαγμένος από εκμετάλλευση, απειλές και εμπόριο της τοπικής μαφίας. Οι πελάτες πλέον δεν είναι μόνο Δυτικοί στην Πατ Πονγκ έχουν δημιουργηθεί οίκοι ανοχής αποκλειστικά για Άραβες, Ιάπωνες και Κορεάτες.
Ο Ντε Σαντ, ο Φλομπέρ και ο Άρθουρ Κλαρκ Πριν από μερικά χρόνια ο Γάλλος συγγραφέας Μισέλ Ουελμπέκ είχε περιγράψει τόσο ρεαλιστικά και χωρίς ενοχές στην «Πλατφόρμα» τις ηδονές του σεξουαλικού τουρισμού ώστε κατηγορήθηκε για κυνισμό.
Ωστόσο, οι ρίζες του σεξουαλικού τουρισμού στη λογοτεχνία είναι πολύ πιο παλιές. Ο μαρκήσιος ντε Σαντ στο ταξίδι που είχε κάνει στην Ιταλία το 1775 είδε από κοντά και περιέγραψε την παιδική πορνεία. Ο Ευγένιος Ντελακρουά διηγείται την επίσκεψή του σε ένα χαρέμι στο Αλγέρι και ο Κάρολος Μποντλέρ μιλάει στα «Προσωπικά Ημερολόγια» για «μελαχρινές πλανεύτρες» στις Νότιες Θάλασσες, διευκρινίζοντας ότι η ανοησία τους «ήταν συχνά στολίδι της ομορφιάς τους». Το 1849 στο Κάιρο ο Γουστάβος Φλομπέρ δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να αναζητήσει μια διάσημη πόρνη «μαύρη και πανέμορφη, ολόκληρη αλειμμένη με αιθέρια έλαια». Τελικά την εντόπισε και επέστρεψε στη Γαλλία με ένα αφροδίσιο νόσημα, το οποίο τον οδήγησε στον θάνατο. Ο «καταραμένος» Αρθούρος Ρεμπό είχε αγοράσει μια κοπέλα με «ανοικτό δέρμα» από την Αβησσυνία και ο Γκι ντε Μοπασάν έμεινε καταγοητευμένος από την υπέροχη φωνή μιας πόρνης στο Αλγέρι. Περνώντας από τα ίδια μέρη το 1893 ο Αντρέ Ζιντ ερωτεύτηκε έναν μικρό «Μοχάμεντ».
Τη Νοτιοανατολική Ασία είχε ανακαλύψει αρκετά χρόνια πριν από τον μαζικό τουρισμό ο Άρθουρ Κλαρκ. Στο Κολόμπο, την πρωτεύουσα της Σρι Λάνκα όπου άφησε και την τελευταία του πνοή, εξαγόραζε τις σεξουαλικές υπηρεσίες ανήλικων αγοριών για λίγες ρουπίες. Και παραδεχόταν ακόμη πιο κυνικά και από τον Ουελμπέκ: «Εάν αυτά τα παιδιά ξέρουν αυτό που κάνουν και θέλουν να το κάνουν, για μένα δεν υπάρχει πρόβλημα».
Ελληνοαμερικανός αποκάλυψε τη σφαγή 23.000 δελφινιών ετησίως.Με κρυφές κάμερες, στολές παραλλαγής και δύτες ο Λούι Ψυχογιός αποτύπωσε στο ντοκιμαντέρ «Ο Όρμος» το οικολογικό έγκλημα.
Στο ιαπωνικό χωριό Ταϊτζί οι ψαράδες σπάνια καλούν την Αστυνομία. Αν έχουν κάποιο πρόβλημα φωνάζουν τη «Γιακούζα»,τη γιαπωνέζικη Μαφία. Στις λίστες με τους... επικηρυγμένους έχουν από φέτοςτο όνομα του Ελληνοαμερικανού σκηνοθέτη Λούι Ψυχογιού- του μοναδικούΔυτικού που αποκάλυψε το μυστικό τους: μια «γενοκτονία».
Το Ταϊτζί μοιάζει να ξεπήδησε από τις σελίδες μυθιστορήματος του Στίβεν Κινγκ. Είναι ένα ειδυλλιακό ψαροχώρι στον Ειρηνικό Ωκεανό, με τροπική βλάστηση και χαμογελαστούς κατοίκους. Όμως στο κέντρο αυτού του χωριού συντελείται ένα έγκλημα. Ανάμεσα στο μουσείο φαλαινών και το δημαρχείο, υπάρχει ένας όρμος που για έξι μήνες κάθε χρόνο βάφεται κόκκινος από το αίμα.
Φρουροί περιπολούν όλη μέρα τον όρμο και απαγορεύουν τη φωτογράφηση. Έχουν στο πλευρό τους και την τοπική Αστυνομία. Είναι σχεδόν αδύνατον να δεις τι κρύβουν. Ο Ελληναμερικανός σκηνοθέτης Λούι Ψυχογιός χρειάστηκε να γίνει... κατάσκοπος για να αποκαλύψει το μυστικό τους. Χρησιμοποίησε θερμικές και κρυφές κάμερες, δύτες και στολές παραλλαγής. Και κατέγραψε με τον φακό του τη σφαγή δεκάδων χιλιάδων δελφινιών. Το ντοκιμαντέρ του «Ο Όρμος» προβάλλεται αυτήν την περίοδο στην Αμερική και έχει κερδίσει αρκετές διακρίσεις, ανάμεσά τους και το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ Sundance.
«Δεν έχω δει ποτέ ανθρώπους να κλαίνε και να συμμετέχουν τόσο πολύ σε μια ταινία», λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Ψυχογιός. «Μόλις πέσουν οι τίτλοι τέλους όλοι ρωτάνε τι μπορούν να κάνουν για να βοηθήσουν».
Η σφαγή. Το Ταϊτζί έχει παράδοση στην αλιεία. Εκεί άρχισε το κυνήγι φαλαινών πριν από τέσσερις αιώνες. Η σφαγή των δελφινιών διαρκεί έξι μήνες. Η περίοδος του κυνηγιού αρχίζει τον Σεπτέμβριο. Οι ψαράδες βγαίνουν με τις βάρκες στα ανοιχτά για να εντοπίσουν δελφίνια. Με ήχους από ειδικές καμπάνες οδηγούν τα θηράματά τους σε έναν κολπίσκο. Έπειτα κλείνουν την είσοδό του με δίχτυα για να μην υπάρχει τρόπος διαφυγής. Φυλακίζουν τα δελφίνια εκεί για μία μέρα- γιατί πιστεύουν ότι έτσι το κρέας τους γίνεται πιο μαλακό. Την επομένη τα σφάζουν με μαχαίρια και καμάκια. Ο θάνατος των δελφινιών είναι αργός. Συνήθως οι ψαράδες τα αφήνουν να πεθάνουν από αιμορραγία.
Συνολικά κάθε χρόνο 23.000 δελφίνια σφάζονται στον όρμο του Ταϊτζί. Όσα δεν τα σκοτώνουν τα πουλάνε σε πάρκα αναψυχής σε όλο τον κόσμο, με τις τιμές να κυμαίνονται από 145.000 έως 200.000 δολάρια ανά ψάρι.
«Τα βασανίζουν, τα τρομοκρατούν», λέει ο κ. Ψυχογιός. «Κι όμως τα δελφίνια ακόμα και για τους αρχαίους Έλληνες ήταν ιερά. Είναι πανέξυπνα. Από τα μόνα ζώα που σώζουν ανθρώπους. Θυμάμαι έκανα κατάδυση στην Πολυνησία και είχα δίπλα μου δελφίνια. Ξαφνικά σκόρπισαν και όταν κοίταξα πίσω μου είδα ότι προσπαθούσαν να απωθήσουν έναν καρχαρία. Μου έσωσαν τη ζωή». Ο... «Φλίπερ». Βασικό στέλεχος στην ομάδα για το ντοκιμαντέρ του κ. Ψυχογιού ήταν ο Ρικ Ο΄Μπάρι. Κατά τη δεκαετία του ΄60 ο Ο΄Μπάρι έπιανε και εκπαίδευε δελφίνια για την τηλεοπτική σειρά «Φλίπερ». Η επιτυχία της σειράς είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σε όλο τον κόσμο πάρκα αναψυχής με δελφίνια σε ρόλο «γελωτοποιού». «Αισθάνομαι τύψεις για ό,τι έκανα», λέει σήμερα στα «ΝΕΑ» ο Ο΄Μπάρι, που έχει αφιερώσει τη ζωή του στη διάσωση των δελφινιών.
Η μεταστροφή του Ο΄Μπάρι έγινε το 1970, όταν η Κάθι, ένα από τα δελφίνια της σειράς «Φλίπερ» πέθανε μπροστά του. «Αυτοκτόνησε...», λέει ο πρώην εκπαιδευτής και εξηγεί: «Τα δελφίνια παίρνουν κάθε αναπνοή συνειδητά- σε αντίθεση με τους ανθρώπους. Εκείνη την ημέρα η Κάθι με κοίταξε, πήρε μια αναπνοή, την κράτησε και βυθίστηκε στον πάτο».
Ο Ο΄Μπάρι έχει πάει πέντε φορές στο Ταϊτζί και κάθε φορά επιλέγει διαφορετική μεταμφίεση. Την τελευταία φορά ντύθηκε γυναίκα. Όπως λέει, η τοπική Αστυνομία μπορεί να τον συλλάβει με την κατηγορία της «συνωμοσίας για παρενόχληση του εμπορίου». Ενώ ένα τηλεφώνημα των ψαράδων αρκεί για να τον «εξαφανίσει» η «Γιακούζα».
Δηλητήριο στο πιάτο
O κ. Ψυχογιός γεννήθηκε στην Αμερική από γονείς μετανάστες. Ασχολήθηκε επί χρόνια με τη φωτογραφία και έντυσε με τις εικόνες του τα περιοδικά «Τime», «Νewsweek», «Fortune» και «Sports Ιllustrated». Το 1986 σταμάτησε να τρώει κρέας όταν είδε πώς σκοτώνουν τα ζώα σε ένα σφαγείο. Σήμερα, οδηγεί δύο ηλεκτρικά αυτοκίνητα και έχει εγκαταστήσει στο σπίτι του 120 φωτοβολταϊκά πάνελ που καλύπτουν τις ενεργειακές ανάγκες της οικογένειάς του. Και στον κινηματογράφο έχει δημιουργήσει μια ταινία που μιλάει για ένα οικολογικό έγκλημα.
«Το ντοκιμαντέρ δεν είναι μόνο για τη σφαγή των δελφινιών. Έχει να κάνει και με την υγεία των ανθρώπων», λέει. «Στην Ιαπωνία τρώνε το κρέας του δελφινιού. Κάναμε μετρήσεις σε ειδικά εργαστήρια και βρήκαμε ότι είναι ιδιαίτερα τοξικό. Περιέχει υδράργυρο σε ποσότητες που είναι επικίνδυνες για παιδιά και εγκύους. Η κατανάλωσή του όμως συνεχίζεται κανονικά. Τρώνε δηλητήριο».
Οι ετικέτες στην αγορά της Ιαπωνίας δεν αναγράφουν την τοξικότητά του. Και συχνά παρουσιάζουν το κρέας δελφινιού ως κρέας φάλαινας που είναι πιο ακριβό. Ενώ στο Ταϊτζί ταΐζουν υποχρεωτικά τα παιδιά στο σχολείο με κρέας δελφινιού. «Για να συνηθίσουν από μικρά τη γεύση», λέει ο κ. Ψυχογιός.